Γιώργου Προδρόμου Γεωργίου: Η κυρα-Κατερίνα, Η Αρχόντισσα Προσφυγοπούλα. Έκδοση Συνδέσμου, Μικρασιατών Κύπρου, 2022
«Ένα αληθινό παραμύθι» υποτιτλίζει το βιβλίο του ο Γιώργος Προδρόμου Γεωργίου και αυτή η αίσθηση της φαντασιακής σύλληψης και της ανατρεπτικής περιπέτειας, της αγωνιώδους απορίας στην ανέλιξη των συγκλονιστικών δρώμενων, αλλά και του πηγαίου θαυμασμού για την καταξίωση της μητρικής θυσίας και των αντίξοων αγώνων επιβίωσης διατρέχουν την απνευστί ανάγνωση των 220 σελίδων από την αρχή μέχρι το τέλος της κορύφωσής τους.
Μια ρέουσα ελκυστική αφήγηση των ωραίων ημερών και των απρόβλεπτων δύστηνων χρόνων, των δυσβάστακτων πικρών καιρών και σε ανταπόδοση παραμυθίας των ευτυχισμένων στιγμών στο διάβα της ζωής ως μυθιστορηματική βιογραφία βιωματικής εξιστόρησης και ζωντανής αναβίωσης. Συγκεκριμένα, των ανθρώπων και των τόπων, των αρχέγονων ελληνικών κοιτίδων και των πανάρχαιων Μικρασιατικών καταβολών, που καταγράφονται στην ατομική και συλλογική συνείδηση με τη διάσωση πληθώρας μαρτυριών και την αποθησαύριση των αναδιηγηματικών υπομνήσεων από τους απογόνους τους.
Και καθώς το νήμα του «παραμυθιού» εκδιπλώνεται με την α-λήθεια της μνήμης και τα χρώματα των ανεξίτηλων νεανικών αναμνήσεων, συνυφαίνοντας τον ιστό των ιστορικών γεγονότων και των τραγικών συμβάντων, το επίκεντρο της δράσης αναδεικνύει η Μικρασιάτισσα ηρωίδα γιαγιά του συγγραφέως. Η ξεριζωμένη Αρχόντισσα Προσφυγοπούλα από τα «Ματωμένα Χώματα» των αλησμόνητων αγαπημένων πατρίδων με το ανεπούλωτο τραύμα του εκπατρισμού και τον σπαραγμό της οριστικής απώλειας.
Η εμφατική, ωστόσο, προσωνυμία στον ακριβολογικό προσδιορισμό της ανεκρίζωτης αλώβητης αρχοντιάς απηχεί κατά συνεκδοχή τον αλληγορικό συμβολισμό του πάλαι ποτέ αρχοντικού μεγαλείου του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Γιατί η αξέχαστη γιαγιά Κατερίνα δεν εξατομικεύεται μόνο στην ηρωική μορφή της νέας χήρας γυναίκας, που κατατρεγμένη από το μένος των τουρκικών σφαγιασμών και των απηνών διώξεων φτάνει ανέστια στην Κύπρο το φθινόπωρο του 1922 με τα πέντε ανήλικα παιδιά της, αναζητώντας μια νέα πατρίδα. Ενσαρκώνει ταυτόχρονα τον πλούτο και το ένδοξο κοσμοπολίτικο παρελθόν της ελληνικότατης γης της Ιωνίας μαζί με το δράμα των πονεμένων Μικρασιατών προσφύγων μετά την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Αυτόν τον κόσμο σκιαγραφεί ο συγγραφέας, ανακαλώντας το γενεαλογικό δέντρο και τον συγγενικό περίγυρο της γιαγιάς Αικατερίνης από τη Σελεύκεια και παντρεμένης στο Ανεμούριο της Μικράς Ασίας. Σύζυγός της ο άρχοντας Γαβριήλ ο Νεότερος με ανώτερη διοικητική θέση στην τουρκική κυβέρνηση και γιος του μεγαλοκτηματία και εμπόρου Κκεγιά-Κυριάκου και της Κυπριοπούλας την καταγωγή Σοφίας, εφόσον ο πατέρας του, ο ξακουστός στην περιοχή Γαβριήλ-Εφέντης σε μιαν από τις επιχειρηματικές του εξορμήσεις στην Κύπρο την έφερε υιοθετημένη από τα μέρη της Κερύνειας, με αποτέλεσμα τα δυο «αδέλφια», μεγαλώνοντας μαζί να ενωθούν και με τα δεσμά του γάμου. Αλλά και η καταγωγή της παραμάνας και καλοσυνάτης δασκάλας του γιου τους Γαβριήλ ήταν επίσης από την Κύπρο.
Εξιστορείται στη συνέχεια ο βασιλικός γάμος του Γαβριήλ με την Κατερίνα, μεγαλωμένη με αρχές και ελληνικά ιδεώδη, και οι χαρές μιας ευτυχισμένης οικογένειας με την απόκτηση πέντε παιδιών, που ο πατέρας τους φρόντισε να τα μορφώσει ελληνοπρεπώς, ιδρύοντας με δικά του έξοδα ελληνικό σχολείο, όπου φοιτούσαν και άλλα ελληνόπουλα της περιοχής.
Δεν άργησε όμως την ευτυχία να διαδεχθεί η δυστυχία και να βυθίσει το αρχοντόσπιτο στο πένθος, όταν ο Γαβριήλ, κτυπήθηκε θανάσιμα από το άλογό του. Και ενός κακού μύρια έπονται, αφού σε μικρό διάστημα πεθαίνει από τη λύπη της η πεθερά της Κατερίνας, ο αδελφός της και οι γονείς της, χάνοντας το κάθε της στήριγμα, αφού και ο πανίσχυρος πεθερός της, επηρεασμένος από την άκαρδη νέα γυναίκα του έπαυσε να ενδιαφέρεται για τη χήρα νύφη του και τα πέντε ορφανά εγγόνια του.
Ακολουθούν τα οδυνηρά γεγονότα του ελληνοτουρκικού πολέμου με τις σφαγές αμάχων και τους εμπρησμούς των ελληνικών περιουσιών, που οδηγούν στη βίαιη φυγή της Κατερίνας και των παιδιών της. Προλαβαίνοντας να επιβιβαστούν από το μισοβουλιαγμένο φορτηγό σε ένα επιβατικό, όπου παθαίνοντας πνευμονία τής στοίχισε την επισφαλή της υγεία στην υπόλοιπη ζωή της προσφυγιάς της στη Λευκωσία. Άντεξε όμως τόσο την απαξίωση από τους γείτονες στην αρχή, επιβιώνοντας σε στριμωγμένα φτωχικά δωμάτια όσο και με ανυπέρβλητες θυσίες, δουλεύοντας νυχθημερόν, για ν’ αναθρέψει με υπομονή και πίστη στον Θεό τα παιδιά της και να τα δει ευτυχισμένα στον επαγγελματικό και οικογενειακό τους βίο. Αδιάψευστοι μάρτυρες το χειρόγραφο ημερολόγιο της κόρης της Χριστίνας και οι οικογενειακές φωτογραφίες που διανθίζουν το βιβλίο.
