Με την Κατερίνα Καμπανέλλη κλείσαμε ραντεβού στο κέντρο της παλιάς Λευκωσίας, με την ευκαιρία ενός ταξιδιού-αστραπή που έκανε μαζί με τη 14χρονη κόρη της για να παρακολουθήσει το έργο «Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» που ανεβαίνει στον ΘΟΚ. Μου λέει ότι είναι μαγεμένη από την ατμόσφαιρα της παλιάς πόλης. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ταξίδεψε στην Κύπρο. Η πρώτη ήταν το 1981, μαζί με τον πατέρα της, για να παρακολουθήσουν το έργο του «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος», που ανέβασε επίσης ο ΘΟΚ. Ο Καμπανέλλης είχε έρθει και πιο παλιά, όταν παρουσιάστηκε «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» στη Λεμεσό, όπως και όταν έγινε Επίτιμος Διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Μετά τη συνέντευξή μας, μου είπε πως είχε ραντεβού με τον Γιώργο Βασιλείου, ο οποίος ήταν στενός φίλος με τον Καμπανέλλη. «Ο πατέρας μου είχε μια βαθιά φιλία με τον κ. Βασιλείου και εκτιμούσαν πολύ ο ένας τον άλλον. Ο κ. Βασιλείου με έχει συγκινήσει πολύ ως άνθρωπος, γιατί όταν πέθανε ο πατέρας μου το 2011, ήρθε στην Αθήνα να με επισκεφθεί και να με συλλυπηθεί. Τον αγαπώ πολύ», λέει.

Μικρή είχατε συνείδηση ότι μεγαλώνατε δίπλα σε ένα σπουδαίο θεατρικό συγγραφέα; Είχα και δεν είχα. Τον έβλεπα ως τον πατέρα μου. Ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος. Ότι ήταν σπουδαίος το ένιωθα πηγαίνοντας μαζί του στο θεάτρο, αλλά το συνειδητοποίησα κυρίως όταν μεγάλωσα. 

Πώς ήταν η ζωή σας μαζί του; Τι θυμάστε; Μου έμαθε πώς να αντιμετωπίζω τη ζωή και μου πέρασε τις δικές του αξίες. Δηλαδή αυτή την απλότητα και την καταδεχτικότητα προς όλους, χάρις σ’ εκείνον την έχω και εγώ και προσπαθώ να τη μεταδώσω και στα παιδιά μου. Δεν είχε κάποια έπαρση ή κάτι διαφορετικό από ένα συνηθισμένο πατέρα.

Πώς θα τον περιγράφατε ως άνθρωπο; Ήταν πολύ γαλήνιος, στωικός και υπομονετικός με πολλά πράγματα. Τώρα που επεξεργάζομαι το αρχείο του, σκέφτομαι ότι ο πατέρας μου ήταν ένας και μοναδικός. Ξεφύτρωσε μέσα από μια πολύ φτωχή οικογένεια. Είχε πολύ θάρρος και επιμονή και νομίζω πως γι’ αυτό έφτασε εκεί που έφτασε. Δεν άφηνε τίποτα να τον καταβάλει, να τον πάρει από κάτω. Είχε βρει διάφορα εμπόδια στην καριέρα του, αλλά φαινόταν ότι τίποτα δεν τον καταβάλλει.

Τι είδους εμπόδια; Για παράδειγμα, είχε κάποιες κακές κριτικές για τα έργα του. Παλιότερα, πριν γεννηθώ εγώ, τα έργα του μπορεί να μην τύχαιναν αποδοχής. Όπως για παράδειγμα «Η Γειτονιά των Αγγέλων», ή το «Βίβα Ασπασία», το οποίο πολεμήθηκε πάρα πολύ. 

Γιατί πολεμήθηκε; Επειδή η Ασπασία σ’ αυτό το έργο γίνεται μέλος της Αντίστασης στην Κατοχή, είναι όμως μια πόρνη. Οπότε δεν ξέρω πώς το πήραν  οι αντιστασιακοί, θεώρησαν ότι τους έθιγε και το πολέμησαν πάρα πολύ. 

Ο πατέρας σας είχε ζήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν. Σας είχε μιλήσει γι’ αυτή την εμπειρία; Όσο ήμουνα μικρή δεν μου μίλησε. Ανακάλυψα πράγματα καθώς μεγάλωνα, κυρίως αφού διάβασα το βιβλίο. Εκείνος γενικά δεν ήθελε να μιλά. Το πιο εντυπωσιακό για μένα είναι ότι, όταν βλέπαμε στην τηλεόραση κάποιο ντοκιμαντέρ ή κάποια ιστορική σειρά που αναφερόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρακολουθούσε χωρίς να αντιδρά. Το έβλεπε όπως το έβλεπα και εγώ. Εμένα αυτό που με έκαιγε, ήταν τι απέγινε αυτή η Γιαννίνα που περιγράφει στο βιβλίο του, το Μαουτχάουζεν. Διερωτούμουν αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και αν την είχε ερωτευτεί. Ως παιδί δεν ήθελα να δεχτώ ότι μπορούσε να είχε ερωτευτεί άλλη γυναίκα εκτός από τη μητέρα μου. Όμως δεν ήθελε να πολυμιλάμε γι’ αυτά.

 

Πώς βρέθηκε στο Μαουτχάουζεν; Όπως μου είχε πει, ήταν νεανικές παλαβομάρες. Ήταν 20 χρονών και στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής ένας φίλος του τον παρέσυρε να το σκάσουν και να πάνε στη Μέση Ανατολή. Αλλά για να πάνε εκεί ήθελαν πολλά χρήματα που δεν είχαν και άλλαξαν σχέδια. Έτσι, αποφάσισαν να πάνε στην Ελβετία, κάτι που θεώρησαν πιο εύκολο. Μου είχε πει ότι προμηθεύτηκαν κούτες με τσιγάρα για να τα πουλάνε στην Αυστρία. Έφτασαν μέχρι την Αυστρία, όπου κάποιος τους έφτιαξε πλαστές ταυτότητες. Αφού πούλησαν τσιγάρα και κάθισαν λίγο καιρό στη Βιέννη, πήραν το τρένο να πάνε στην Ελβετία. Στο μεταξύ ο πατέρας μου, που είχε σπουδάσει σχεδιαστής, είχε στις τσέπες του σχεδιαγράμματα και πίνακες όπου κατέγραφε πόσα κουτιά τσιγάρα πούλησαν, πόσα λεφτά πήραν, τι έξοδα έκαναν. Και μέσα στο τρένο για την Ελβετία τους έπιασαν. Όταν είδαν τα σχεδιαγράμματα, θεώρησαν ότι είναι κατασκοπικά έγγραφα. Έτσι τον συνέλαβαν και τον πήγαν στη φυλακή. Έφαγε πολύ ξύλο για να ομολογήσει τι κατάσκοπος ήταν και έπειτα τον έστειλαν στο Μαουτχάουζεν. 

Πόσο τον είχε σημαδέψει αυτό; Δυόμισι χρόνια σ’ αυτό το στρατόπεδο, ήταν μια φοβερή εμπειρία. Κάθε μέρα ήταν μελλοθάνατος, περπατούσε ανάμεσα σε πτώματα και οι φίλοι του τη μια μέρα ήταν και την άλλη δεν ήταν. Μέσα από αυτή την εμπειρία φιλοσόφησε τη ζωή πάρα πολύ. 

Η εμπειρία του στο ναζιστικό στρατόπεδο του έδωσε πλούσιο υλικό για τα έργα του; Βέβαια, γι’ αυτό και έγραψε το «Μια Κωμωδία και τον Επικήδειο…», δυο έργα που σατιρίζουν το θάνατο ή τον αντικρίζουν από τη δική του πλευρά. Στο έργο «Μια Συνάντηση Κάπου Αλλού» υπάρχουν βιώματα από τη ζωή του στη Νάξο και την Αθήνα. Και η «Αυλή των Θαυμάτων» είναι εμπνευσμένη από μια πραγματική αυλή που παρακολουθούσε από την ταράτσα του σπιτιού του στον Βύρωνα. 

Πώς ξεκίνησε τη θεατρική συγγραφή; Αυτό που τον έκανε να ακολουθήσει το θέατρο ήταν μια τυχαία εμπειρία. Ένα βράδυ είχε ένα ραντεβού έξω από το θέατρο Μουσούρη. Ο άνθρωπος που περίμενε τον έστησε μέσα στο κρύο και μπήκε στο θέατρο να ζεσταθεί, όπου παιζόταν ένα έργο του Κουν, τα «Καπνοτόπια». Παρακολούθησε την παράσταση και βγήκε από το θέατρο συγκλονισμένος. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ένα «ψέμα» τον συγκλόνισε περισσότερο από το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στην αρχή θέλησε να γίνει ηθοποιός, όμως δεν μπορούσε να μπει στη Σχολή Εθνικού Θεάτρου γιατί δεν είχε απολυτήριο Γυμνασίου. Και τότε αποφάσισε να γράψει. Εν τω μεταξύ, έχοντας γυρίσει από το στρατόπεδο, διηγόταν τις ιστορίες που έζησε και πολλοί του λέγανε γιατί δεν τα γράφεις όλα αυτά. Ετσι, γύρω στα 26, άρχισε να γράφει. 

Έγραφε θεατρικά και επί χούντας. Πώς αντιμετώπισαν τα έργα του; Δεν τον θυμάμαι ποτέ να είναι απελπισμένος. Τότε που έγραφε «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», επί δικτατορίας, ήταν κάθε μέρα στο γραφείο λογοκρισίας. Κάθε νύχτα καθόταν και τα ξανάγραφε, για να ξεγελάσει την επόμενη μέρα τους λογοκριτές, όχι επειδή του είπαν «αυτό θα το κάνεις έτσι». Το έργο ανέβηκε το 1973, πριν πέσει η χούντα. 

Πώς του επέτρεψαν να το ανεβάσει; Για παράδειγμα, αν το έργο ήταν 200 σελίδες, τους πήγαινε 700 και τους μπέρδευε. Τα νοήματά τους τα έδινε μπερδεμένα στη λογοκρισία, και τελικά το εγκρίνανε. Έγραψε επίσης το «Παραμύθι Χωρίς ΄Ονομα», που προσπάθησαν να το λογοκρίνουν επί βασιλείας, γιατί το έργο είχε μέσα βασιλιά. Το πρώτο τραγούδι έλεγε «Ήταν που λέτε μια φορά που είχαμε ένα βασιλιά, καλό ανθρωπάκι…». Του είχαν κόψει κάποιες στροφές. Και πολλά σενάριά του λογοκρίθηκαν. Όπως η «Αρπαγή της Περσεφόνης», όπου υπήρχε ένας ερωτευμένος χωροφύλακας. Του έλεγαν «έχετε γελοιοποιήσει τον χωροφύλακα, δεν γίνεται να σαλιαρίζει με μια γυναίκα». 

Εσείς ως παιδί πώς βιώνατε αυτές τις καταστάσεις; Θυμάμαι ότι μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε ατμόσφαιρα φόβου ή αναστάτωσης. Όλα αυτά γινόντουσαν λίγο κρυφά από μένα. Μόνο το βράδυ του Πολυτεχνείου θυμάμαι ότι ήμουν με τη μάνα μου μπροστά από το ραδιόφωνο και ακούγαμε τη μετάδοση μέσα από το Πολυτεχνείο. Έκλαιγε η μαμά μου και έκλαιγα και εγώ μαζί της. Υπήρχε ένας φόβος ότι θα έρθουν να τον συλλάβουν. Και θυμάμαι που του έλεγε μάνα μου «Ιάκωβε, αν έρθουν να σε συλλάβουν θα σε κρύψω στο πατάρι».

Δούλεψε και ως δημοσιογράφος ο πατέρας σας; Στην περίοδο της δικτατορίας είχε πιάσει δουλειά σε μια διαφημιστική εταιρία ως κειμενογράφος. Επίσης ήταν διευθυντής ραδιοφωνίας μια περίοδο στην ΕΡΤ. Στο βιογραφικό του αναφέρεται ως δημοσιογράφος, επειδή συνεργαζόταν με «Τα Νέα» και την «Ελευθερία». Έγραφε χρονογραφήματα, μάλιστα στην «Ελευθερία» είχε δημοσιεύσει σε συνέχειες το Μάουτχάουζεν προτού εκδοθεί ως βιβλίο.

Με τη μητέρα σας πώς ήταν η σχέση του; Λατρευόντουσαν. Αγαπιόντουσαν πάρα πολύ.  Ήταν μαζί από το 1949. Η μητέρα μου ήταν το στήριγμά του. Ο πατέρας μου σεβόταν τις γυναίκες. 

Ποιες προσωπικότητες γνωρίσατε χάρη στον πατέρα σας; Ο πιο σημαντικός ήταν ο Κάρολος Κουν, αγαπιόντουσαν πάρα πολύ. Ο Κουν θαύμαζε τον πατέρα μου και ο πατέρας μου τον λάτρευε. Είχε στενές σχέσεις επίσης με τον Κώστα Καζάκο, την Τζένη Καρέζη και πολλούς άλλους, κυρίως ηθοποιούς.  

Ποιον από τους χαρακτήρες που περιγράφει στα έργα του ξεχωρίζετε; Αγαπώ πολύ τον Οδυσσέα από το έργο του «Οδυσσέα Γύρισε Σπίτι». Τον ξεχωρίζω γιατί απομυθοποιεί τον Οδυσσέα και μου αρέσει πολύ η σκοπιά από την οποία τον αντιμετωπίζει ο πατέρας μου. Αγαπάω βέβαια όλα του τα έργα. 

Τι είναι αυτό που τα κάνει διαχρονικά; Νομίζω η συλλογικότητα στην οποία αναφέρονται. Δηλαδή δεν είναι τόσο έργα χαρακτήρων ή ιδιωτικών καταστάσεων. Μιλούν σε πολύ κόσμο, αναφέρονται σε οικουμενικά προβλήματα. Για παράδειγμα, το πρόβλημα του πρόσφυγα στην «Αυλή των Θαυμάτων» που γράφτηκε το ’57, είναι σημερινό, δεν σταμάτησε ποτέ. Ο μεγάλος έρωτας στη «Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» είναι επίσης ένα θέμα που αγγίζει και αφορά τους πάντες ανά τους αιώνες, όπως και ο θάνατος.

Ο ίδιος φοβόταν το θάνατο; Δεν νομίζω. Άλλωστε έζησε πάρα πολύ και έφυγε πλήρης ημερών στα 89 του. Στην οικογένειά του, οι θάνατοι ήταν στην ώρα τους. Έτσι, τον είχε φιλοσοφήσει το θάνατο και δεν τον φοβόταν. Στα τελευταία του ήταν πολύ άσχημα και όταν τον πήγα στο νοσοκομείο πονούσε το ισχίο του και δεν μπορούσε καν να ξαπλώσει στο κρεβάτι της ακτινογραφίας. Μου έλεγε «Είμαι 90 χρονών, αφήστε με, φτάνει».

Μέχρι ποια ηλικία έγραφε; Το τελευταίο που έγραψε ήταν «Οι Δύσκολες Νύχτες του Κυρίου Θωμά» το 2005, στα 84 του, ένας σπαρακτικός μονόλογος για την απώλεια. Δεν ξέρω αν το έγραψε επειδή είχε αρχίσει να σκέφτεται πως αν φύγει εκείνος πρώτα ή η γυναίκα του, θα πονέσει ο άλλος. Έγραψε συνολικά πάνω από 40 έργα.

Ποιους συγγραφείς ξεχώριζε; Λάτρευε τον Ίψεν, τον Τσέχοφ, τον Μπρεχτ, τον Ιονέσκο. Έχει γράψει έργα εμπνευσμένα από αυτούς τους συγγραφείς. Στο έργο «Στη Χώρα Ιψεν», ήταν η δική του ματιά πάνω στους Βρικόλακες. Κάποια έργα του θεάτρου του παραλόγου που έγραψε, ήταν εμπνευσμένα από τον Ιονέσκο και τον Μπέκετ.
 

Έχει γράψει και στίχους τραγουδιών που έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Έγραψε πολλούς στίχους αλλά, όπως μου έλεγε, «δεν είμαι στιχουργός, είμαι θεατρικός συγγραφέας». Τα τραγούδια τα μελοποίησαν ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Σπανός. Όλα τα τραγούδια του ανήκουν σε θεατρικά έργα και ταινίες. Έγραψε το «Στρώσε το Στρώμα σου», το «Δόξα τω Θεώ», το «Είμαι Ένα Παιδί της Νύχτας» που το λέει ο Κούρκουλος, το «Ρίχνω την Καρδιά μου στο Πηγάδι», τα γνωστά τραγούδια του Ξαρχάκου από το «Μεγάλο μας Τσίρκο».

Ήρθατε στην Κύπρο για να δείτε τη «Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» στον ΘΟΚ. Την έχετε δει ξανά στην Ελλάδα, φαντάζομαι. Στην Ελλάδα ανέβηκε τρεις φορές. Την πρώτη, στον Βόλο, δεν την είδα. Είδα το θεατρικό στην Αθήνα, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, όπως και την τρίτη φορά, του Δημήτρη Λάλου.  

Και η Στέλλα του Κωνσταντίου Αρβανιτάκη στον ΘΟΚ πώς σας φάνηκε; Αυτή την παράσταση την βρήκα εξαιρετική. Μπορεί ο πατέρας μου να έγραψε έργα τη δεκαετία του ’50, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα έργα πρέπει να ανεβαίνουν με αναφορά σ’ εκείνη την εποχή. Για παράδειγμα, την  «Αυλή των Θαυμάτων» ο Γιάννης Κακλέας την ανέβασε στο Εθνικό και την έφερε στο σήμερα, έτσι κατάφερε και μίλησε και στα νέα παιδιά. Δεν την είδαν ως γραφικό έργο. Η Στέλλα που είδα δεν είναι μια παράσταση ηθογραφίας. Ο σκηνοθέτης δεν την τοποθέτησε στη δεκαετία του ’50, ούτε βασίστηκε στην ταινία του Κακογιάννη. Είναι μια ιστορία έρωτα που μπορεί να συμβεί και στο 2018. Αυτή η παράσταση ήταν τόσο σημερινή, με ένα εξαιρετικό σκηνικό και ατμόσφαιρα. Θα μπορούσε κάποιος που είναι κολλημένος στη Στέλλα του Κακογιάννη να πει «δεν μου αρέσει αυτή η παράσταση». Αυτά τα έργα πρέπει να τα δούμε μέσα από τη ματιά του σήμερα.

Πώς θα έβλεπε ο ίδιος έργα του σε σύγχρονες παραγωγές όπως η Στέλλα; Ο πατέρας μου ήταν εκσυγχρονιστής και νομίζω πως θα χαιρόταν πολύ να έβλεπε αυτή την παράσταση. Ωραία είναι και τα κλασικά ανεβάσματα, αλλά νομίζω πως αξίζει να τα δει κανείς και κάπως αλλιώς.

Έχετε ανακαλύψει στο αρχείο του και έργα του που δεν ανέβηκαν ποτέ; Ναι, ανακάλυψα το «Δάσος του Κακού». Είναι το μοναδικό έργο για παιδιά που έγραψε. Ανακάλυψα επίσης ένα που λέγεται «Ένας Υπέροχος Άνθρωπος». Δεν έχουν εκδοθεί ούτε ανεβεί, γιατί πρέπει να τύχουν επεξεργασίας. 

Γιατί νομίζετε ότι δεν τα είχε ανεβάσει; Ο πατέρας μου δούλευε ξανά και ξανά τα έργα του. Ίσως να τα είχε στην άκρη για να τα ξαναδουλέψει.

Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα τόσο αξιόλογοι θεατρικοί συγγραφείς; Υπάρχουν κάποιοι, αλλά πιστεύω πως θέλουν δουλειά. Σήμερα οι άνθρωποι βιάζονται πολύ. Δεν έχουν υπομονή να ξαναδουλέψουν τα κείμενά τους. Ο πατέρας μου τα δούλευε μερόνυχτα, τα έγραφε και τα ξανάγραφε. Στο σπίτι έχω έργα του πρώτης, δεύτερης και τρίτης γραφής. Πιστεύω ότι για να φτάσει κάποιος σε τέτοιο επίπεδο χρειάζεται υπομονή και επιμονή.

Έχετε κάνει ένα μουσείο στη Νάξο για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. Τι περιλαμβάνει; Μου παραχώρησε ο δήμος ένα υπέροχο κτήριο. Εκεί έχω πάει το γραφείο του, όπως ήταν στην Αθήνα με τη βιβλιοθήκη και τα βιβλία του, με διάφορες δικές του ξυλόγλυπτες δημιουργίες και μικρογλυπτά και μια βιτρινούλα με προσωπικά του αντικείμενα. Έχω μακέτες κοστουμιών και σκηνικών. Δυο τηβένους, απ’ όταν έγινε επίτιμος διδάκτωρ εδώ στην Κύπρο και στη Θεσσαλονίκη. Κάποια ζωγραφικά πορτρέτα του. Στο γραφείο του έβαλα και τα μετάλλιά του από την Ακαδημία Αθηνών και τον Προέδρο της Δημοκρατίας. Έχω εκδόσεις βιβλίων του, ελληνικές και ξένες. Έχουμε ξεκινήσει να μεταφέρουμε μέρος του αρχείου εκεί, ώστε αν θέλει κάποιος να μπορεί να το μελετήσει.

Αλήθεια, εσείς πώς πήρατε την απόφαση να γίνετε σκηνογράφος; Νομίζω πως δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Ήθελα να γίνω ηθοποιός, αλλά ο πατέρας μου μου είπε «ξέχασέ το, θα πεινάσεις». Εκείνος με προέτρεψε να γίνω σκηνογράφος, βλέποντας πως είχα ταλέντο στη ζωγραφική και το σχέδιο. Και με τη σκηνογραφία, βέβαια, είναι δύσκολα τα πράγματα.

Δουλέψατε ως σκηνογράφος και πάνω σε δικά του έργα; Τα πρώτα δικά του έργα ήταν το 2001 με το «Βίβα Ασπασία», και μετά το «Μια Κωμωδία». Φέτος έκανα το «Ο Δρόμος Περνά από Μέσα» με τον Κώστα τον Καζάκο, επίσης το «Γορίλας και Ορτανσία» που ανέβηκε πρώτη φορά.

Πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα στον χώρο του θεάτρου στην Ελλάδα; Πολύ δύσκολα. Έχω ακούσει για ηθοποιούς που για αμοιβή παίρνουν ένα σάντουιτς και ένα χυμό. Είναι σουρεαλιστικά πράγματα αυτά, που δυσκολεύεται να τα πιστέψει κάποιος. Είχα δουλέψει σε μια παραγωγή που, το παιδί που ανέβαζε το έργο δούλευε το βράδυ σε μπαρ, και ό,τι λεφτά έβγαζε τα έβαζε στην παράσταση. Είναι θαυμαστό που επιμένουν αυτά τα παιδιά. Μπορεί να ανεβαίνουν και χίλιες παραστάσεις αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. 

Πώς νιώθετε για τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα; Είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος και δεν θα σας πω ότι βλέπω μαυρίλα. Θέλω να πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα επανέλθουμε. Η κατάσταση είναι δύσκολη και το βιώνουμε καθημερινά. Εγώ δεν θα επιτρέψω ποτέ να με πάρει από κάτω αυτό. Μια ζωή την έχουμε, δεν έχουμε άλλη. Νιώθω και μια ντροπή για όποιον ευθύνεται…

INFO: «Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Παραστάσεις: Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, 8.30μ.μ., τηλ. 77 77 27 17