Στα 90 του χρόνια έχει μια απίστευτη διάυγεια και ενέργεια. Γράφει καθημερινά, διαβάζει, δίνει διαλέξεις και απαντά στα e-mail πολλών φοιτητών που θέλουν να τον συμβουλευτούν για τις έρευνές τους. Στη συνάντησή μας, ξεδιπλώνει τις μνήμες του από την άκρως ενδιαφέρουσα πορεία του ως αρχαιολόγος. Μιλά για τις αποχαιρετιστήριες επισκέψεις του στο χωριό του, το Τρίκωμο, αλλά και για τη Σαλαμίνα, που τον συνδέει μια σχέση «ερωτική».
Στα 65 χρόνια της αρχαιολογικής του ζωής, ο Βάσος Καραγιώργης συγκέντρωσε γύρω στα 12.000 βιβλία. Όλα αυτά, ανάμεσα στα οποία παλιές και σπάνιες εκδόσεις, τα δώρισε στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ωστόσο, οι τοίχοι στο ισόγειο του σπιτιού του στον Λυκαβηττό όπου συναντηθήκαμε, είναι καλυμμένοι με βιβλιοθήκες από πάνω ώς κάτω. Στο γραφείο του υπάρχουν φωτογραφίες με τη σύζυγό του Ζακλίν, τα παιδιά, τα εγγόνια και φίλους του, ανάμεσα σε έργα τέχνης του Γιώργου Σκοτεινού, του Χρίστου Φουκαρά και άλλων. Μου λέει ότι συνεχίζει καθημερινά να γράφει και να διαβάζει πολύ, παρόλο που είναι 90 χρόνων. «Εργάζομαι πάνω σε δύο θέματα: Το ένα είναι αρχαιολογικό υλικό του 8ου αιώνα, που βρέθηκε από ανασκαφές στην Παλαίπαφο και το άλλο είναι υλικό που ήρθε στο φως όταν γίνονταν αποχετευτικά έργα κοντά στον προμαχώνα Μπαϊρακτάρη, στην τάφρο των τειχών της Λευκωσίας. Βρέθηκαν όστρακα και άλλο υλικό του 12ου αιώνα π.Χ., μια εποχή της αρχαίας Λευκωσίας για την οποία δεν γνωρίζαμε τίποτα μέχρι σήμερα. Με αυτή τη δουλειά μου συμπληρώνεται ένα κενό στην ιστορία της αρχαίας πόλης», θα μου πει. Έχει ένα αυστηρό ύφος στον τρόπο που μιλά και σε ορισμένες ερωτήσεις μου αρνείται κατηγορηματικά να απαντήσει. Ωστόσο, σε κάποιες στιγμές της συζήτησής μας συγκινείται, ιδίως όταν μιλά για τις πρόσφατες αποχαιρετιστήριες επισκέψεις του στη Σαλαμίνα και στο χωριό του το Τρίκωμο.
Αν ξαναερχόσασταν στη ζωή, θα θέλατε να γίνετε αρχαιολόγος; Θα ήθελα να γίνω ξανά αρχαιολόγος και να συνεχίσω αυτά που δεν μπόρεσα να τελειώσω. Μια ζωή είναι πολύ σύντομη για να εμβαθύνει κανείς σ’ αυτή την επιστήμη, η οποία εξετάζει τη ζωή των ανθρώπων από την εποχή που εμφανίστηκαν ώς σήμερα. Είναι η ιστορία της ζωής.
Το ότι ασχοληθήκατε με τους αρχαίους Κύπριους θα λέγατε πως σας έχει κάνει σοφότερο ως άνθρωπο; Κατά κάποιο τρόπο φιλοσοφώ τη ζωή με μεγαλύτερη άνεση. Το γεγονός ότι γνωρίζω πολλά για τους αρχαίους Κύπριους, ίσως να σημαίνει ότι γνωρίζω περισσότερα και για τον εαυτό μου και για τους σημερινούς Κύπριους. Όσο περισσότερες γνώσεις έχει κανείς, τόσο καλύτερα μπορεί να κρίνει καταστάσεις και να προσδιορίσει την ανέλιξη των Κυπρίων.
Έχετε μάθει να βλέπετε με άλλο φακό τη ζωή; Βέβαια, διότι η αρχαιολογία είναι η ιστορία της ζωής των ανθρώπων. Τα πρωτόγονα χρόνια ο άνθρωπος εστιάζει στην επιβίωση. Γι’ αυτή την επιβίωση έχει ανάγκη τη βοήθεια των θεών και αυτό οδηγεί να αντιληφθεί κανείς πώς δημιουργούνται οι θρησκευτικές δοξασίες. Έπειτα έχει φιλοδοξίες για την τέχνη. Μετά πάει ακόμα πιο βαθιά και φιλοσοφεί τη ζωή, δημιουργεί τη λογοτεχνία και την ποίηση. Όλα αυτά είναι στάδια της ζωής του ανθρώπου, τα οποία πολλές φορές επαναλαμβάνονται. Όταν λέμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι ένα αξίωμα, μια αλήθεια.
Πώς νιώθατε κάθε φορά που βρίσκατε ένα αρχαίο αντικείμενο και το πιάνατε στα χέρια σας; Ένιωθα ότι είχε ψυχή και του ζητούσα να μου πει τα μυστικά του. Έρχεσαι σε διάλογο με το αντικείμενο και ως αρχαιολόγος προσπαθείς να ανακαλύψεις την ιστορία του. Αυτή είναι η γοητεία της αρχαιολογίας, επειδή ικανοποιεί την περιέργειά σου να μάθεις περισσότερα γι’ αυτό το βουβό αντικείμενο, το οποίο ωστόσο μπορεί να σου μιλά για ώρες και ο αρχαιολόγος μπορεί να γράψει πολλές σελίδες για την ιστορία του.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί να έχει ένας αρχαιολόγος; Ασφαλώς. Τα αντικείμενα που ανακαλύπτει δεν μπορεί να τα πάρει στο σπίτι του ούτε είναι δικά του, αλλά αποτελούν σελίδες της ιστορίας.
Μεγαλώσατε στο Τρίκωμο σε μια φτωχή οικογένεια. Πώς βρεθήκατε να σπουδάζετε αρχαιολογία στην Αγγλία; Μου άρεσε πολύ η ιστορία, τα αρχαία ελληνικά και γενικά οι ανθρωπιστικές σπουδές. Πήρα την πρώτη υποτροφία που έδωσε η αποικιακή κυβέρνηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις κλασικές σπουδές σε αγγλικό πανεπιστήμιο. Όταν γύρισα πίσω, είχα την ευκαιρία να εργαστώ ως αρχαιολόγος στο Τμήμα Αρχαιοτήτων. Με δική μου πρωτοβουλία, έκανα έρευνα πάνω στα μυκηναϊκά αγγεία που βρέθηκαν στην Κύπρο και πήρα τον τίτλο του διδάκτορος στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
Η πρώτη σας ανασκαφή ήταν στη Σαλαμίνα; Ναι, ήταν η πρώτη. Με έστειλε το Σεπτέμβρη του 1952 το Τμήμα Αρχαιοτήτων και δούλεψα εκεί 22 χρόνια.
Ποιες αναμνήσεις κρατάτε από εκείνη την περίοδο; Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα εκεί. Ήμουν 23 χρόνων όταν ξεκίνησα τις ανασκαφές. Μέναμε σ’ ένα σπίτι στο δάσος. Το 1955-56 όταν άρχισε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ήταν επικίνδυνα εκεί, είχαμε συχνά έρευνες από την αστυνομία και οι βοηθοί μου δεν ήθελαν να μένουν στο δάσος. Έτσι, μετακομίσαμε στο πατρογονικό μου σπίτι στο Τρίκωμο.
Θυμάστε την ημέρα που ανακαλύψατε το αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας; Ένα πρωί που έκανα περίπατο στο δάσος της Σαλαμίνας, βρέθηκα μπροστά σε ένα αφύσικο κοίλωμα. Υπέθεσα ότι πρόκειται για θέατρο. Σκάψαμε με δυο εργάτες μια μικρή τάφρο και βεβαιωθήκαμε. Η ανασκαφή έφερε στο φως το κοίλο του θεάτρου, τη σκηνή. Το αρχαίο αυτό θέατρο θεωρήθηκε σπουδαίο για την περιοχή και αποτέλεσε άλλο ένα σημαντικό μνημείο στον αρχαιολογικό χώρο της Σαλαμίνας.
Οι Αμμοχωστιανοί πώς αντιμετώπισαν την ανακάλυψη; Υπήρξε μεγάλος ενθουσιασμός ανάμεσα στους κατοίκους, οι οποίοι την είδαν ως το θέατρο όπου θα γίνονταν πολιτιστικές εκδηλώσεις. Εκείνη την περίοδο, το 1960-61, η Κύπρος μόλις είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Ο κόσμος ήθελε να μάθει περισσότερα για την εθνική του ταυτότητα, έτσι η Σαλαμίνα έγινε ένα εθνικό σύμβολο. Εκεί οι μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου διδάχθηκαν αρχαίες τραγωδίες και εκεί έπαιξε το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος.
Την περίοδο που δουλεύατε στη Σαλαμίνα, συνδεθήκατε με προσωπικότητες της Αμμοχώστου; Βέβαια, συνδέθηκα με συναδέλφους στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, με τον γυμνασιάρχη Κυριάκο Χατζηιωάννου και τον Παναγιώτη Σέργη που κατάγεται από το χωριό μου. Ο Σέργης ανέβασε την πρώτη τραγωδία στο θέατρο μετά την αναστήλωσή του. Το σπίτι των ανασκαφών στη Σαλαμίνα έγινε κατά κάποιο τρόπο και πνευματικό κέντρο της περιοχής. Ο Πολ. Γεωργίου ερχόταν πολλές φορές στη Σαλαμίνα για να δει την πρόοδο των ανασκαφών. Μια φορά έφερε και ένα έργο του με τίτλο «Η Λήδα και ο Κύκνος», εκθέτοντάς το, κατά κάποιον τρόπο, για πρώτη φορά.
Θεωρείτε το θέατρο της Σαλαμίνας την πιο σημαντική σας ανασκαφή; Από αρχαιολογικής απόψεως έγιναν κατόπιν πολύ σημαντικότερες αποκαλύψεις. Εκεί βρήκαμε τη «Βασιλική Νεκρόπολη» της Σαλαμίνας και φέραμε στο φως τάφους του 8ου και του 7ου αιώνα π.Χ., που μας έδειξαν πως η περίοδος εκείνη μπορούσε θαυμάσια να ονομαστεί «Ομηρική». Τα κτερίσματα των τάφων και τα έθιμα ταφής μοιάζουν καταπληκτικά με αυτά που περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αυτά είχαν πολύ μεγαλύτερη σημασία για την επιστήμη και την αρχαιολογία απ’ ό,τι το ρωμαϊκό θέατρο.
Συμφωνείτε με την άποψη ότι δεν υπάρχει φυλετική καθαρότητα στην Κύπρο; Γι’ αυτό το θέμα, που έχει απασχολήσει πολλούς επιστήμονες, γράφω τα τελευταία 50 χρόνια. Κανείς λαός δεν μπορεί να πει ότι έχει φυλετική καθαρότητα. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το 5000 π.Χ. δεν υπήρχαν Έλληνες. Υπήρχαν διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις πολιτισμών, ιδίως σε μια χώρα όπως η Κύπρος, που βρέχεται από θάλασσα και επικοινωνεί με τις χώρες που την περιτριγυρίζουν στη Μεσόγειο.

ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Οι ανασκαφές στη Σαλαμίνα συνεχίζονται σήμερα παράνομα από τους Τούρκους. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα των αρχαιολόγων; Υπάρχουν διεθνείς συμβάσεις που διέπουν τη διεξαγωγή ανασκαφών σε χώρους υπό κατοχή, οι οποίες δεν έγιναν σεβαστές από την Τουρκία. Παρά το γεγονός ότι ως Τμήμα Αρχαιοτήτων κάναμε από τους πρώτους μήνες μετά την εισβολή διαμαρτυρίες στα διεθνή σώματα, στην ΟΥΝΕΣΚΟ και παντού, εντούτοις υπήρξε μια απάθεια.
Έχετε αγωνία για την έκβαση των παράνομων ανασκαφών και το ενδεχόμενο λεηλασίας αρχαίων αντικειμένων; Ένα μεγάλο μέρος τη Κύπρου κατέχεται από τουρκικά στρατεύματα, γίνονται ανασκαφές και άλλες δραστηριότητες που το νόμιμο κράτος δεν μπορεί να ελέγξει. Αυτό δεν προκαλεί μόνο ανησυχία αλλά και μεγάλη θλίψη. Μόνο με μια λύση του πολιτικού προβλήματος θα μπορέσουμε να ζήσουμε σε μια Κύπρο ειρηνική.
Υπάρχουν πολλές αρχαιότητες που δεν έχουν αποκαλυφθεί εκεί; Βέβαια, διότι η Σαλαμίνα άκμασε από τον 11ο αιώνα π.Χ. ώς τον 7ο αιώνα μ.Χ., κι εμεις αγγίξαμε μόνο την επιφάνεια. Η Σαλαμίνα των ελληνιστικών και των κλασικών χρόνων, του Ευαγόρα, του Ονήσιλου, του Τεύκρου, είναι εκεί και περιμένει τον ανασκαφέα.
Προτείνατε τη δημιουργία ενός είδους «Ερυθρού Σταυρού» για τις αρχαιότητες που να υπάγεται στην ΟΥΝΕΣΚΟ. Τι έγινε με την πρότασή σας; Δεν βρήκε ανταπόκριση. Μόνο όταν λυθεί το πολιτικό πρόβλημα θα έχουμε ομαλότητα.
Μετά το ’74 πήγατε αρκετές φορές στη Σαλαμίνα. Τι σας έσπρωξε να κάνετε αυτές τις επισκέψεις; Ήταν μια ψυχική και πνευματική ανάγκη να πάω στον τόπο που αγάπησα. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνώρισα τους κατακτητές, η Σαλαμίνα είναι ο τόπος που ανέδειξα, μαζί με τους συνεργάτες μου, μετά από επίμονη δουλειά 22 χρόνων. Δεν μπορούσα να αρνηθώ την ύπαρξή της, ήταν σαν να είχα έναν άρρωστο συγγενή κάπου και δεν γινόταν να μην πάω να τον δω.
Φαντάζομαι πως ήταν δύσκολη εμπειρία… Ήταν πολύ επώδυνο. Αρκεί να σκεφτείτε ότι πλήρωνα στην αρχή εισιτήριο για να δω τη Σαλαμίνα, μου έδιναν μάλιστα και ένα φυλλάδιο ενημερωτικό για να μάθω την ιστορία της… Στις τελευταίες μου επισκέψεις, όταν έμαθαν για μένα, με δέχθηκαν με φιλοφρονήσεις. Όμως αυτά δεν επηρεάζουν τα αισθήματά μου, δεν δίνω «γην και ύδωρ» στον κατακτητή. Σε πολλές περιπτώσεις, ο κατακτητής είναι αυτός που νιώθει άσχημα με την παρουσία μου εκεί.
Σε ποια κατάσταση είναι ο χώρος σήμερα; Ο χώρος του γυμνασίου, του θεάτρου, είναι εγκαταλελειμμένος. Οι Τούρκοι έχουν ξεκινήσει ανασκαφές σε άλλους χώρους. Ωσάν η Σαλαμίνα να χρειαζόταν ανασκαφές από Τούρκους αρχαιολόγους, οι οποίοι δεν νοιάζονται για την αρχαιολογία της Κύπρου αλλά για πολιτική προπαγάνδα.
Πρόσφατα πήγατε και στο χωριό σας το Τρίκωμο, για το οποίο γράφετε και στο τελευταίο σας βιβλίο με τίτλο «Μνήμες, νοσταλγίες και ξεριζωμοί, Τρίκωμο-Σαλαμίνα». Ήταν η δεύτερη φορά που πήγα. Την πρώτη φορά δεν μπόρεσα να βρω το σπίτι μου, τα πάντα είχαν αλλάξει. Όταν τα κατάφερα, στο νεκροταφείο του Τρικώμου είδα και τον λεηλατημένο τάφο του πατέρα μου. Πήγα στο δημοτικό σχολείο όπου έμαθα τα πρώτα γράμματα. Ήταν μια πολύ τραυματική εμπειρία, πήγα σαν ξένος στο χωριό μου… Ακόμα και το όνομά του άλλαξε, σήμερα ονομάζεται Γενί Ισκελέ, «Νέα Σκάλα». Μπήκα στην εκκλησία της Παναγίας της Θεοτόκου, είδα τις περίφημες τοιχογραφίες του 11ου αιώνα και θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια.
Πώς ήταν εκείνη η εποχή; Ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν η περίοδος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρχε φτώχεια. Όμως, κρίνοντας εκ των υστέρων, ήταν χρόνια που νοσταλγώ. Να φανταστείτε, το πρώτο μου βιβλίο εκτός από το αναγνωστικό του σχολείου το διάβασα όταν πήγα στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, στα 14 μου χρόνια.
Η επίσκεψή σας στο Τρίκωμο είχε τη μορφή ενός αποχαιρετιστήριου ταξιδιού; Είμαι τώρα 90 χρόνων, δεν οδηγώ, δυσκολεύομαι να μετακινούμαι και πήγα να αποχαιρετήσω κατά κάποιο τρόπο έναν τόπο που αγάπησα, με τον οποίο συνδέεται ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Πήγα επίσης να αποχαιρετήσω τη Σαλαμίνα, τον τόπο με τον οποίο συνδέθηκα για 22 χρόνια, και με τον οποίο ακόμα συνδέομαι με μια σχεδόν «ερωτική» σχέση.
Έχει ακολουθήσει κάποιο από τα παιδιά σας την αρχαιολογία; Ο γιος μου είναι μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και η κόρη μου είναι μουσειολόγος στο Λούβρο. Τα παιδιά μου ήθελαν να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, και αυτό για μένα είναι πολύ υγιές.
Η ΚΥΠΡΟΣ ΩΣ ΚΕΝΤΡΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων σήμερα εξακολουθεί να υπάγεται στο Υπουργείο Συγκοινωνιών. Πώς το σχολιάζετε; Δεν θα ήθελα να το σχολιάσω.
Πώς βλέπετε το μέλλον της κυπριακής αρχαιολογίας; Η Κύπρος θα μπορούσε να γίνει κέντρο αρχαιολογικής έρευνας για ολόκληρη τη Μεσόγειο, με διεθνές κύρος. Έχει την πρώτη ύλη με τους αρχαίους οικισμούς, τα μνημεία, τα μουσεία. Είναι ένας τόπος ειρηνικός σήμερα, σε μια περιοχή όπου τόποι με αρχαίο πολιτισμό, όπως η Συρία ή το Ιράκ, βρίσκονται σε αναταραχή. Η Κύπρος έχει όλα τα εχέγγυα να αναπτυχθεί σαν τόπος διεθνούς έρευνας, ίσως να είναι και ο μοναδικός τομέας στον οποίο θα μπορούσε να αριστεύσει διεθνώς.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Η αρχαιολογική έρευνα διεξάγεται σήμερα από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, το Πανεπιστήμιο Κύπρου και άλλα πανεπιστήμια, το Ινστιτούτο Κύπρου και από ξένες αρχαιολογικές αποστολές. Όνειρό μου είναι να δω όλα αυτά τα πνευματικά επιστημονικά ιδρύματα να συνεργάζονται, ούτως ώστε να γίνεται στον τόπο μας έρευνα, όχι μόνο για τις κυπριακές αρχαιότητες αλλά για όλους τους γειτονικούς πολιτισμούς. Με θλίψη μου διαπιστώνω πως στα πανεπιστήμιά μας πολύ λίγο διδάσκονται οι ξένοι πολιτισμοί, όπως π.χ. ο πολιτισμός της Αιγύπτου, της Συρίας, των Φοινίκων της Ανατολίας. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όλοι αυτοί οι πολιτισμοί αποτελούν ένα σύνολο το οποίο ερευνάται με πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Η αρχαιολογία βασίζεται εν πολλοίς σήμερα στις θετικές επιστήμες, αυτές που υπηρετεί το ΤΕΠΑΚ ή το Ινστιτούτο Κύπρου με όλες τις σύγχρονες τεχνολογίες. Αν κάποτε φτάσουμε στο σημείο μιας πλήρους συνεργασίας, αυτό θα βοηθήσει πολύ την αρχαιολογία και η Κύπρος μπορεί να γίνει ένα διεθνές κέντρο αρχαιολογικής έρευνας. Θα μπορούσε να ιδρυθεί ένα Ινστιτούτο Αρχαιολογικής έρευνας, για μεταπτυχιακούς φοιτητές, που να δέχεται και ξένους ερευνητές και να δίνει τη δυνατότητα χρήσης μια ή περισσοτέρων ξένων γλωσσών. Αυτό βέβαια δεν θα επηρεάσει τη διδακτική ύλη για την απόκτηση πρώτου πτυχίου αρχαιολογίας στα πανεπιστήμια μας.
Το Ίδρυμα Αναστάσιος Γ. Λεβέντης, με δική σας εισήγηση όταν ήσασταν εκεί διευθυντής, ανέλαβε την προβολή των κυπριακών αρχαιοτήτων σε διάφορα μουσεία του κόσμου. Δεν θα έπρεπε να διεδικούσαμε πίσω αυτές τις αρχαιότητες; Δεν υπάρχει διεθνής νομοθεσία η οποία να καθιστά δυνατό τον επαναπατρισμό αυτών των αρχαιοτήτων. Θεώρησα ότι θα μπορούσαν αρχαιότητες που βρίσκονται σε ξένα μουσεία και εξήχθησαν κατά καιρούς με διάφορους τρόπους από την Κύπρο, αντί να βρίσκονται σε σκοτεινές αποθήκες, να εκτίθενται και να μιλούν για την Κύπρο. Έτσι, έχουμε αίθουσες στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου τις οποίες επισκέπτονται εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Αυτές οι αίθουσες είναι σαν πρέσβεις του πολιτισμού της Κύπρου.
maria.panayiotou@phileleftheros.com