Το πιο αγαπημένο μιούζικαλ όλων των εποχών, κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στις γιορτινές αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Κι αυτό χάρη στην ταινία που ταξίδεψε την ιστορία της οικογένειας Φον Τραπ σε κάθε γωνιά της γης. Μια λαμπερή παραγωγή από το West End, φτάνει αυτές τις μέρες σε Λευκωσία και Λεμεσό.
Στη Νέα Υόρκη αποθεώθηκε, στο Λονδίνο κατάφερε να ανατρέψει όλα τα μέχρι τότε δεδομένα και η ταινία λίγα χρόνια αργότερα αγαπήθηκε –συνεχίζοντας να αποκτά μέχρι σήμερα οπαδούς- όσο λίγες. Έχουν περάσει 60 χρόνια από τότε που η «Μελωδία της Ευτυχίας» και οι Φον Τραπ συστήθηκαν στο κοινό μέσα από την ιστορία και τα τραγούδια τους στη σκηνή. Και αυτό που πέτυχε σε αριθμούς είναι πραγματικά εντυπωσιακό: Το μιούζικαλ που πρωτοανέβηκε το 1959 στο Broadway με μουσική του Richard Rodgers και οι στίχοι του Oscar Hammerstein παρέμεινε στη σκηνή για 3 συνεχή χρόνια, κάνοντας 1.443 συνεχόμενες παραστάσεις. Το 1960 κέρδισε 5 Tony Awards για το καλύτερο Musical, για την καλύτερη πρωταγωνίστρια, το βραβείο για τον δεύτερο γυναικείο ρόλο, το καλύτερο σκηνικό και την καλύτερη μουσική διεύθυνση. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Το 1961, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά στο Palace Theatre στο West End του Λονδίνου και ανέτρεψε κάθε προηγούμενο καταρρίπτοντας όλα τα μουσικά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεδομένα: κατάφερε να πραγματοποιήσει τον αριθμό των 2.386 συνεχόμενων sold out παραστάσεων.
Το 1965 το μιούζικαλ γίνεται ταινία με πρωταγωνιστές τους Julie Andrews και Christopher Plummer. Η ταινία όχι μόνο σώζει την Fox από τη χρεοκοπία, στην οποία οδήγησε η πολυέξοδη «Κλεοπάτρα» με την Elizabeth Taylor, αλλά έγινε πασίγνωστη σε κάθε γωνιά της γης. Δεν είναι τυχαίο που από το 2006 συγκαταλέχθηκε μέσα στις 4 πρώτες από τις 25 ταινίες, σαν η καλύτερη ταινία όλων των εποχών από το Αμερικάνικο Ινστιτούτο κινηματογραφικών ταινιών (AFI ).
ΤΟ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ «Η Μαρία ήταν ο ρόλος που ονειρευόμουν»
Μια ομάδα πενήντα ατόμων πίσω και πάνω στη σκηνή συμμετέχουν στην παραγωγή που θα δουν όσοι τυχεροί έχουν εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για τις σκηνές της Κύπρου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Grant Murphy σε χορογραφίες Stuart Winter. Την 14μελη ορχήστρα από το West End Theatre διευθύνει ο Brady Mould. Πρωταγωνιστούν φημισμένοι Βρετανοί ηθοποιοί και τραγουδιστές όπως η Tessa Kadler στο ρόλο της Μαρίας, η σπουδαία σταρ όπερας Rebecca Caine η οποία υποδύεται την Ηγουμένη και ο διάσημος μουσικός και ηθοποιός Tim Rogers στο ρόλο του πλοίαρχου Φον Τραπ.
«Όταν επιλέγηκα για το ρόλο της Μαρίας, λέει η Tessa Kadler, «δεν ήμουν απλά ενθουσιασμένη. Είχα συγκλονιστεί. Το να υποδύομαι τη Μαρία ήταν ένας από τους ρόλους που ονειρευόμουν να κάνω κάποια στιγμή στην καριέρα μου, αφού θα ακολουθούσα τα βήματα μερικών εξαιρετικών ηθοποιών όπως της υπέροχης Julie Andrews. Νιώθω φανταστικά που υποδύομαι ένα τόσο όμορφο και διαχρονικό ρόλο», αναφέρει.
Αν κάτι αρέσει περισσότερο στην Kadler όταν φοράει το κοστούμι της καλογριάς Μαρίας, είναι η ίδια η ιστορία την οποία καλείται να διηγηθεί. «Αγαπώ το πάθος της για τη ζωή, τον τρόπο που κάνει τη μουσική χαρά και την μεταδίδει στο σπίτι των Von Trapp, το ότι μπορεί να ερωτευθεί έχοντας το κουράγιο να αντιμετωπίσει την τραγωδία του πολέμου, όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αυστρία. Μ’ αρέσει η αγάπη της για τα παιδιά αλλά και η κατανόησή της για τους φόβους και τις λύπες τους. Το «Do Re Mi» μου δίνει απίστευτη χαρά όταν το τραγουδώ», λέει. «Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε τη θετική επίδραση της Μαρίας στα παιδιά. Φέρνοντας τη μουσική και το χορό στη ζωή τους ξανά, οι μικροί καταφέρνουν να γελάσουν και να χαρούν όπως κάθε παιδί».
Για την ίδια την ηθοποιό, το να δουλεύεις με παιδιά στη σκηνή είναι ευχάριστο. «Το ταλέντο και η ενέργειά τους σου δίνουν έμπνευση». «Αν με ρωτάτε τι πιστεύω γι’ αυτή την παράσταση, είναι το εξής: τη θεωρώ ως την καλύτερη παράσταση των Rodgers και Hammerstein», λέει η Rebecca Caine. «Έχει υπέροχους παιδικούς ρόλους, μια υπέροχη ιστορία αγάπης από τη μία και πραγματική κακία από την άλλη, αξιαγάπητα αρσενικά και πολλές πολλές καλογριές» αναφέρει η Caine, που αυτή η συμμετοχή της στο ρόλο της Ηγουμένης, σηματοδοτεί την τρίτη κατά σειρά ερμηνεία της στον ίδιο ρόλο. Η ίδια θεωρεί πως τραγουδά το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ οι Rodgers και Hammerstein.
«Γίνομαι έξαλλη» παραδέχεται «γιατί κλαίω όταν ο πλοίαρχος Φον Τραπ αγκαλιάζει τόσο ζεστά τα παιδιά του, μετά από το τραγούδι που του ερμηνεύουν. Αλήθεια, κλαίω κάθε φορά…».
Ο Tim Rogers που υποδύεται τον πλοίαρχο, είναι μεγάλος θαυμαστής των Rodgers και Hammerstein, (έπαιξε ήδη στο Carousel, South Pacific και Oklahoma). Γι’ αυτόν το να πρωταγωνιστεί στη «Μελωδία της Ευτυχίας» είναι μεγάλη τιμή. «Είναι το πιο αγαπημένο μιούζικαλ στον κόσμο. Το καστ είναι εξαιρετικό και έχει ενθουσιαστεί που δουλεύει ξανά με τον σκηνοθέτη Grant και τον παραγωγό Giles».
Για τον ίδιο ο Φον Τραπ είναι ένας πολύ κομψός ρόλος. «Είναι ένας βαθιά μοναχικός άντρας που ο πόνος και η περηφάνια τον απομακρύνουν από τα παιδιά του και την αγάπη. Σιγά σιγά μέσα στο έργο ανοίγεται. Είναι χαρά να υποδυθώ στη σκηνή αυτή τη συναισθηματική του αλλαγή».
Ο Rogers απολαμβάνει πολλές στιγμές στο συγκεκριμένο μιούζικαλ. «Ειδικά αυτήν που έρχεται ξανά κοντά στα παιδιά του λέγοντας “φέρατε ξανά τη μουσική στο σπίτι μου”. Aυτό που κάνει την παράσταση τόσο σημαντική είναι το γεγονός πως το μιούζικαλ αυτό ενώνει τους ανθρώπους και ζεσταίνει τις καρδιές τους. «Οι Rodgers και Hammerstein πάντοτε ασχολούνται με σημαντικά ζητήματα στις δουλειές τους, και εδώ ήταν μια γενναία επιλογή να μιλήσουν για τους Ναζί σε ένα μιούζικαλ. Αν συνδυάσεις την ιστορία, τις καλογριές, το σκηνικό και να προσθέσεις 7 φανταστικά παιδιά δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχεις».
Η ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ
1965… Οι Beatles γινόντουσαν εμμονή και στην Αμερική. Η στρατιωτική επιχείρηση στο Βιετνάμ βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη και στις 2 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς, στον κινηματογράφο Ρίβολι της Νέας Υόρκης το κοινό άκουγε για πρώτη φορά το ερώτημα: … «πώς λύνει κανείς ένα πρόβλημα σαν τη Μαρία;» Μ’ αυτή την εισαγωγή είχε ξεκινήσει πριν τρία χρόνια το αφιέρωμα για τα 50χρονα της «Μελωδίας της Ευτυχίας» στην απονομή των Όσκαρ.
Η ταινία ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της, το 1966, είχε φύγει από τα Όσκαρ με πέντε βραβεία και ήταν υποψήφια για δέκα. Πήρε χρυσό αγαλματάκι για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία (Robert Wise), μουσικής, μοντάζ και ήχου. Εκείνη τη χρονιά η Julie Andrews έχασε το βραβείο του Α’ Γυναικείου ρόλου (που είχε κερδίσει ένα χρόνο πριν για την ερμηνεία της στο ««Mary Poppins»).
Παρόλα αυτά, όσο η ταινία κέρδιζε την αγάπη του κοινού, άλλο τόσο έχανε από τις γνώμες των κριτικών. Το γεγονός πως ο Christopher Plummer δεν ήταν υποψήφιος για τον ρόλο του ως o πλοίαρχος Von Trapp, ήταν γιατί τότε έκανε τον Βασιλιά Ληρ στο θέατρο –η ερμηνεία του μάλιστα ήταν συγκλονιστική- και ήταν δύσκολο οι κριτικοί να αποδεκτούν πως ένας σπουδαίος ηθοποιός έκανε ένα «γλυκανάλατο» ρόλο. Η Πολίν Κέιλ είχε γράψει πως η ταινία μετατρέπει το κοινό σε «συναισθηματικά και αισθητικά ευνουχισμένους ηλίθιους που πιάνουν τους εαυτούς τους να σιγοτραγουδούν τα γλυκανάλατα τραγούδια ευτυχισμένοι» και οι New York Times χαρακτήρισαν τον Plummber ως «απαίσιο». H αλήθεια είναι πως κι ο ίδιος ο Plummber σε κάθε ευκαιρία που του δινόταν παραδεχόταν πως απεχθάνεται αυτό το έργο. Ήταν θεατρικός και σοβαρός ηθοποιός και δεν άντεχε να βλέπει το όνομά του να ταυτίζεται με τον ρόλο του πλοίαρχου Φον Τραπ. Για χρόνια όταν αναφερόταν στον τίτλο της ταινίας με το όνομα «Τhe Sound of Mucus» ή «S&M». Για τη συμπρωταγωνίστριά του έλεγε: «Το να συναναστρεφεται κανείς την Julie Andrews είναι σαν να σε χτυπάνε στο κεφάλι με μία ροζ γλυκιά κάρτα Αγίου Βαλεντίνου κάθε μέρα». Παρόλα αυτά οι δυο τους είναι ακόμα κολλητοί φίλοι.
Η Julie Andrews από την άλλη, παραλίγο να απορρίψει το ρόλο της Μαρίας, γιατί της φάνηκε πολύ κοντινός στην «Mary Poppins» (1964).
Η αληθινή Μαρία ήταν πολύ αυταρχική και ο σκηνοθέτης δεν ήθελε να έχει ανάμειξη με τα γυρίσματα της ταινίας. Παρόλα αυτά η Μαρία και δυο από τις κόρες της περπατούν κατά μήκος μια αψίδα καθώς η Τζούλι Άντριους τραγουδά “I must stop these doubts, all these worries / If I don’t, I just know I’ll turn back” στο “I Have Confidence”.
H αληθινή ιστορία των Fon Trupp
H υπόθεση τόσο της ταινίας όσο και του μιούζικαλ είναι γνωστή: Μια υποψήφια καλόγρια προσλαμβάνεται ως νταντά στο σπίτι του πλοίαρχου Von Trapp, ο οποίος είναι χήρος με επτά παιδιά. Η νταντά τους μαθαίνει να αγαπούν τη μουσική. Το ίδιο κάνει σιγά σιγά και ο πατέρας. Αφού κερδίζουν το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, βρίσκονται κυνηγημένοι από τους ναζί και περνούν από τις Άλπεις στην Ελβετία.
H ταινία όπως και το μιούζικαλ είναι εμπνευσμένη από την αληθινή ιστορία της Μαρίας Φον Τραπ, όπως την έγραψε στην αυτοβιογραφία της το 1949 «The Story of the Von Trapp Family Singers». Παρόλα αυτά η ζωή της οικογένειας δεν ήταν τόσο ευχάριστη όσο στην πραγματικότητα. Η ιστορία ξεκινά από την τότε 19χρονη Μαρία Αυγούστα Κούτσερα, μοναχή στο Salzburg Abbey. Όταν ο χήρος, πλοίαρχος Γκρεόργκ Φον Τραπ ζητά βοήθεια από το μονατήρι για τη μικρή άρρωστη κόρη του, η αυστηρή Ηγουμένη στέλνει τη Μαρία (είχε καταλάβει ήδη πως ο χαρακτήρας της εύθυμης Μαρίας δεν κάνει για να γίνει καλογριά). Την πείθει έτσι να αναλάβει την κατ’ οίκον διδασκαλία της και διαπαιδαγώγηση όλων των παιδιών του. Τα παιδιά γνώριζαν ήδη μουσική και ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν να εμπλουτίσει τις γνώσεις τους.
Η Μαρία ήταν νέα, δυναμική, δραστήρια και κάπως κυκλοθυμική. Όσο για τον πλοίαρχο Φον Τραπ, δεν είχε καμία σχέση με τον αυταρχικό χήρο που πρόσταζε τα επτά παιδιά του καλώντας τα με τη σφυρίχτρα. Αντίθετα, ήταν ένας γλυκός μπαμπάς, ολίγον βαρετός, που αγαπούσε τη μουσική (έπαιζε τρία μουσικά όργανα) και σιχαινόταν τον Χίτλερ. Ο πλοίαρχος, ήταν πρώην χειριστής υποβρυχίων, ήταν αριστοκράτης στην καταγωγή και ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχασε την πρώτη του γυναίκα και το 1925 μετακόμισε με τα παιδιά του στη γνωστή έπαυλη που θυμόμαστε από την ταινία. Τη Μαρία την ερωτεύθηκε από τότε που την γνώρισε, αλλά εκείνη δίσταζε. «Συμπαθούσα τον πλοίαρχο, αλλά δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Αγαπούσα πολύ τα παιδιά και αυτά είναι που αληθινά παντρεύτηκα εκείνη την ημέρα», έγραψε στην αυτοβιογραφία της.
Ο Γκεόργκ ήταν 25 χρόνια μεγαλύτερος της Μαρίας. Παντρεύτηκαν το 1927, και όχι στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Από το 1929 ως το 1939, ο Γκεόργκ και η Μαρία απέκτησαν τρία παιδιά -εκτός από τα εφτά του Γκεόργκ.
Η οικογένεια έφυγε από την Αυστρία όταν οι Ναζί θέλησαν να στρατολογήσουν τον Γκεόργκ στο ναυτικό τους. Αυτό συνέβη 11 χρόνια μετά το γάμο τους. Δεν πέρασαν τα βουνά στην Ελβετία με τα πόδια -ένα ταξίδι περίπου 200 μίλια- αλλα με τρένα, κάνοντας σταθμούς στην Ιταλία, Γαλλία και Λονδίνο. Απ’ εκεί πήγαν στη Νέα Υόρκη. Στο πλοίο για την Αμερική ήταν και ο φίλος τους Father Wasner, ο οποίος τους προέτρεψε να μετατρέψουν το τραγούδι σε επάγγελμα. Η οικογένεια έγινε γνωστή ως «The Trapp Family Singers» και ξεκίνησε να δίνει συναυλίες σε όλη την Αμερική για 8 μήνες. Όταν έληξε η βίζα παραμονής τους εγκατέλειψαν αναγκαστικά τις ΗΠΑ. Ωστόσο είχαν προσκλήσεις για συναυλίες από τη Σκανδιναβία, όπου κατάφεραν να αποκτήσουν βίζα. Όταν ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πήραν πρόσκληση για την Αμερική. Συνέχισαν να τραγουδούν και μετά από κάποια χρόνια ίδρυσαν τη φιλανθρωπική οργάνωση «Trapp Family Austrian Relief Inc.». Μέσω αυτής, η οικογένεια έστειλε χιλιάδες προμήθειες στην κατεχόμενη Αυστρία.
Είχαν ένα μεγάλο κοινό στις ΗΠΑ που τους ακολουθούσε και τη δεκαετία του ’50, εξέδωσαν δίσκους. Τα πρώτα δυο χρόνια ζούσαν όλοι στο λεωφορείο, με το όνομα της κομπανίας. Αργότερα η βάση τους έγινε η περιοχή του Βερμόντ. Το 1949 ο πλοίαρχος πέθανε. Το συγκρότημα διαλύθηκε το 1955 και τα μέλη της ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Η Μαρία επέλεξε να αφοσιωθεί στο ιεραποστολικό έργο. Πέθανε το 1987 σε ηλικία 82 χρονών.
* Παττίχειο Θέατρο Λεμεσού: 30/12 στις 20:00, 31/12 στις 17:00, 1/1 στις 17:00, 2/1/19 στις 20:00. Θέατρο Δήμου Στροβόλου: 4/1 στις 20:00, 5/1 στις 16:00, 6/1 στις 17:00. Εισιτήρια για τις παραστάσεις της Λεμεσού από το ταμείο του Παττιχείου Θεάτρου τηλ 25377277 και ηλεκτρονικά από το www.soldoutticketbox.com