Οι χαρακτήρες του «Θείου Γιάννη» ισορροπούν ανάμεσα στην τραγικότητα του ασήμαντου και την πλήξη στα σαλόνια της εποχής. Αυτή την εβδομάδα το έργο του βραβευμένου συγγραφέα ετοιμάζεται να ζωντανέψει στη σκηνή. Γραμμένο στη γλώσσα με την οποία ο ίδιος μιλά και επικοινωνεί.
– Ένα νέο έργο σου ανεβαίνει στο σανίδι. Αν σου ζητούσα να κάνεις τις συστάσεις, µε ποια λόγια θα το έκανες; Ποιος είναι ο «Θείος Γιάννης»; Ο θείος Γιάννης είναι κατά κάποιο τρόπο το πνεύµα του έργου, δεν είναι εύκολο να τον συστήσω. Δεν παρουσιάζεται ακριβώς στο έργο, δεν θα τον βρείτε στη διανοµή, δεν υπάρχει χαρακτήρας µε αυτό το όνοµα, δεν είναι όµως η φαλακρή τραγουδίστρια του Ιονέσκο, είναι κάτι περισσότερο από µια φράση, ίσως στοιχεία που συναντήσατε σε άλλους χαρακτήρες. Είναι η µελαγχολία για τον χρόνο που περνά, για την αγάπη που δεν έρχεται, για όσα θέλουµε και δεν έχουµε, όσα δεν τολµούµε, η παραίτηση, η πλήξη, ο συµβιβασµός. Είναι αυτό το παράπονο µπροστά στον καθρέφτη το πρωί, το βάρος που νιώθεις χωρίς λόγο, χωρίς εµφανή λόγο, η τραγικότητα του ασήµαντου, το πόσο γελοίο είναι αυτή η στασιµότητα που βουλιάζεις αλλά και ταυτόχρονα πόσο γελοίες είναι οι προσπάθειες να την υπερβείς. Είναι η συνειδητοποίηση πόσο τρυφερά, αβάσταχτα τρυφερά και ανθρώπινα γελοίοι είµαστε µπροστά στο νόηµα της ζωής, ιδιαίτερα στο φθινόπωρο της ηλικίας µας, ενώ γύρω µας, έξω από το παράθυρο του µικρόκοσµού µας ένας κόσµος σκληρός και πραγµατικός περνά µε εµβατήρια και παρελάσεις.
– Υπάρχει ένα απόσπασμα από τον θείο Βάνια στο δελτίο Τύπου της παράστασης… Αγαπώ πολύ τον Τσέχωφ, όσο τον διαβάζεις τόσο ανακαλύπτεις πράγματα, και την ίδια αγάπη για τον Τσέχωφ φαίνεται να έχει και ένας από τους χαρακτήρες του έργου ο Αλέξανδρος. Ο οποίος κάνει και μια παρατήρηση πως όσο μεγαλώνεις πως όταν περάσουν τα χρόνια δεν καταλαβαίνεις απλώς τους χαρακτήρες του Τσέχωφ, τους νιώθεις μέσα σου και αυτό είναι δύσκολο πια. Τώρα οποιαδήποτε άλλη σχέση τυχόν υπάρχει ίσως δεν είναι τυχαία.
– Ποιο ήταν το έναυσμα της έμπνευσής σου; Η αλήθεια δεν θυμάμαι ακριβώς το έναυσμα για να φέρω στο μυαλό μου τους πρώτους χαρακτήρες, διότι αρχίζω να γράφω όταν τους έχω στο μυαλό μου και τους τοποθετώ σε μια κατάσταση. Μάλλον ήταν μια παράσταση με Τσέχωφ όπου μου φανερώθηκε το κείμενο ξανά, αυτή η τραγικότητα του ασήμαντου και η πλήξη στα σαλόνια της εποχής του. Θυμήθηκα παρόμοιες συναθροίσεις σε δικά μας σαλόνια. Βλέμματα, σιωπές, δήθεν χαμόγελα, αναστεναγμοί, ήρθαν και έσμιξαν με τις ενοχές μου κάθε φορά που καταφεύγω στον μικρόκοσμό μου, ενώ έξω ο κόσμος γίνεται όλο και πιο σκληρός, «η μοναξιά εν πολυτέλεια σήμερα» λέει και ένας ήρωας, όλα αυτά συνέβησαν ξαφνικά και άρχισα να γράφω.
– Τι είναι αυτό που σε σπρώχνει να γράψεις στην κυπριακή διάλεκτο; Θέλω να πιστεύω ότι θα έρθει η στιγμή που δεν θα αναρωτιόμαστε για αυτό. Κάνω και εγώ συχνά αυτή την ερώτηση σε άλλους αλλά νιώθω πως σιγά- σιγά θα κατανοήσουμε πως δεν υπάρχει λόγος να γίνεται. Πρέπει να πάμε ένα βήμα παρακάτω. Το έργο αυτό δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος να γραφτεί στην κυπριακή διάλεκτο. Εννοώ αν και διαδραματίζεται στην Κύπρο θα μπορούσε να τοποθετείται και άλλου δεν είναι τόσο ισχυρό το τοπικό στοιχείο όπως ήταν στο La Belote. Έτσι δεν είναι το θέμα που με οδήγησε στη διάλεκτο. Το έγραψα στα κυπριακά διότι είναι η γλώσσα με την οποία μιλώ και επικοινωνώ και ειδικά στο θέατρο θεωρώ σημαντικό ηθοποιοί και θεατές να μιλούν και να ακούνε αντίστοιχα τη γλώσσα με την οποία επικοινωνούν.
– Θα έλεγες πως οι Κύπριοι θεατρικοί συγγραφείς έχουν φωνή; Οι Κύπριοι θεατρικοί συγγραφείς είχαν και έχουν φωνή. Το θέμα είναι πόσο θεωρούμε πως μας χρειάζεται αυτή η φωνή πόσο ακούγεται και πώς καλυτερεύει. Είμαι σίγουρος πως ένας ικανός σκηνοθέτης μπορεί να μιλήσει για το σήμερα και για τον τόπο και την κοινωνία μας ακόμα και με ένα κείμενο εκατοντάδων χρόνων από όπου και αν προέρχεται. Όμως είναι εξίσου αναγκαία και ωφέλιμη η ύπαρξη σύγχρονης ντόπιας θεατρικής γραφής κάτι για το οποίο υπερθεματίζουν όλοι. Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα μετά τα προγράμματα Play, δόθηκε μια σημαντική ώθηση στην παρουσίαση κυπριακών θεατρικών έργων διαφορετικών μορφών και τάσεων. Είναι ελπιδοφόρο πως νέες θεατρικές ομάδες ασχολούνται με την κυπριακή θεατρική γραφή. Αυτό πιστεύω οδηγεί και στην καλυτέρευση των έργων που γράφουμε. Για αυτό και θεωρώ λάθος τη μη συμπερίληψη έργου Κύπριου συγγραφέα από τον ΘΟΚ στο φετινό ρεπερτόριο του, ένα σημαντικό πισωγύρισμα. Υπάρχει θεσμική ευθύνη του ΘΟΚ να στηρίζει τη θεατρική γραφή του τόπου ως η κρατική σκηνή και ως θεατρικός φορέας ανάπτυξης. Από τη δικιά μας μεριά, όσοι γράφουμε έχουμε επίσης ευθύνη. Υπάρχει πια κοινό, συντελεστές και θεατρικές ομάδες που εμπιστεύονται τα κυπριακά έργα ας προσπαθούμε να γράφουμε καλύτερα.
– Πόσο κοντά σε σένα ζουν οι χαρακτήρες των έργων σου; Νομίζω είμαστε μέσα σε όλους τους χαρακτήρες που γράφουμε. Όπως εκείνοι ζουν μέσω μας αφού τους δημιουργούμε, έτσι θα βρεις ψήγματα δικά μας σε αυτούς. Στις επιθυμίες, στα όνειρά τους, τα πάθη και τα λάθη, στη λάμψη και το σκοτάδι τους, στον καθένα συνυπάρχουν και τα δυο. Υπό αυτή την έννοια είμαι όλοι οι χαρακτήρες μου. Άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, νέοι, ηλικιωμένοι, μεσήλικες, παίκτες της πιλόττας, διανοούμενοι, πραγματικά πρόσωπα ή ήρωες αρχαίου δράματος, η Ιοκάστη η Μυρίνη, η Λυσιστράτη. Είναι λογικό να ζουν κοντά σου, πολύ κοντά σου, ειδικά όταν γραφείς το έργο, είναι σχεδόν άνθρωποι αληθινοί, είναι στην καθημερινότητά σου, αναπνέετε μαζί, όπως και αργότερα στις πρόβες, στην παράσταση αλλά και πολύ μετά. Είναι μαζί σου πια. Οικογένεια.
– Θα έλεγες πως το γράψιμο λειτουργεί σαν εκτόνωση για σένα; Δεν θα έλεγα εκτόνωση. Θα έλεγα ότι είναι μια ανάγκη. Μια τεράστια ανάγκη. Λειτουργεί σαν οξυγόνο. Δίνει ανάσες, πολλές ανάσες και ας είναι συχνά δύσκολο και επίπονο. Έχω τη συνήθεια να δουλεύω και να δουλεύω και να δουλεύω ξανά κάποια κείμενα, ο χρόνος όσο πάει γίνεται λιγότερος, υπάρχει πίεση, ανασφάλεια, απογοητεύσεις. Είναι όμως τόσο αναζωογονητικό. Μήπως είναι ο δικός μου τρόπος να «αναπαύομαι» που θα έλεγε και ο Τσέχωφ, έτσι για να κλείσουμε μαζί του ή κάτι περισσότερο; Δεν ξέρω.
* «Ο θείος Γιάννης» σε σκηνοθεσία Ευριπίδη Δίκαιου ανεβαίνει από το Θέατρο Versus, στο Θέατρο Ένα Λεμεσού, στις 22, 23, 24, 26, 27/2 και 1, 2, 3/3, τηλ.:99395970