Ο Αγγλοκύπριος συγγραφέας κατάφερε να γράψει ένα καθαρόαιμο θρίλερ: Με συναρπαστικό ξεκίνημα, κινηματογραφικό ρυθμό και ανατρεπτικό τέλος. Κλείνοντάς το, έπειτα από μια μεγάλη νύχτα που θα ξενυχτήσεις για να διαβάσεις ακόμα ένα κεφάλαιο, δεν θα υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία: Πρόκειται για αδιαμφισβήτητο ταλέντο.
– Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας; Ονειρευόσασταν την αφήγηση ιστοριών από παιδί; Πιστεύω πως αν είσαι αναγνώστης, μπορείς να γίνεις συγγραφέας. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, υποθέτω ότι η μητέρα μου με βοήθησε να γίνω συγγραφέας.
– Με ποιον τρόπο; Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, το οποίο περιείχε σχεδόν όλα τα μεγάλα έργα λογοτεχνίας, τα οποία θα μελετούσα αργότερα στο πανεπιστήμιο. Η μητέρα μου είναι Αγγλίδα και με την πάροδο των χρόνων έφτιαξε μια μίνι βιβλιοθήκη, την οποία μου φανέρωσε σταδιακά. Συγκεκριμένα όλοι οι αγαπημένοι μου συγγραφείς –Evelyn Waugh, Angela Carter, Tennessee Williams, Henry James, Margaret Atwood– ήταν πάνω στα ράφια, επομένως έμενε απλά να τους ανακαλύψω. Αυτό βέβαια έγινε αργότερα, όταν ήμουν στην εφηβεία.
– Διάβασα ότι έχετε μιαν ιδιαίτερη αδυναμία στην Agatha Christie. Ήταν η πρώτη συγγραφέας με την οποία έπαθα εμμονή. Μια απ’ τις αδελφές μου αγόρασε τριάντα ή περισσότερα βιβλία της κι όταν ήμουν περίπου 12 χρονών πήγα στο δωμάτιό της και πήρα ένα από το ράφι για να διαβάσω. Ήταν το «Και δεν Έμεινε Κανένας». Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Ήμουν τρομοκρατημένος. Και απ’ εκεί και πέρα, τα διάβασα όλα. Θυμάμαι ότι ένα καλοκαίρι στην παραλία της Αγίας Νάπας τα διάβασα και μετά πήγα στο βιβλιοπωλείο του ξενοδοχείου «Dome» για να αγοράσω κι άλλα με την υπογραφή της. Είναι από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις που έχω: Να περνώ τα καλοκαίρια στην παραλία με τα ξαδέλφια μου και να διαβάζω Agatha Christie ξαπλωμένος στην άμμο.
– Θα λέγατε ότι είναι μια συγγραφέας που επηρέασε τον τρόπο γραφής σας; Ο λαμπερός κόσμος που έπλαθε, το μυστήριο και η τελική, αναπόφευκτη εξήγηση – όλα ήταν στοιχεία που θα με έκαναν κάποια μέρα να γράψω ένα βιβλίο. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημά μου είναι ένα θρίλερ μυστηρίου.
– Είπατε πριν ότι το να διαβάζει κανείς βιβλία είναι μια καλή αφετηρία για να γίνει συγγραφέας. Πότε επιχειρήσατε να γράψετε πρώτη φορά; Ως παιδί έγραφα πάντα ιστορίες –και μικρά έργα– ενώ στη συνέχεια έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Ήμουν 16 χρονών και κατέγραφα τα καλοκαίρια μου στην παραλία. Δεν ήταν πολύ καλό όμως. Και απογοητεύτηκα. Μάλιστα, ήταν τόση η απογοήτευσή μου που περίμενα είκοσι χρόνια πριν προσπαθήσω ξανά! Για μένα, η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι πολύ πιο δύσκολη από το γράψιμο ενός σεναρίου. Έχω γράψει τρία σενάρια που πήραν πολύ λιγότερο χρόνο και είχαν λιγότερη δουλειά. Πρέπει όμως να σας πω, ότι η μεγάλη μου έμπνευση ως συγγραφέας υπήρξε και θα είναι πάντα οι ελληνικοί μύθοι. Και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων στον τόπο γέννησής μου και στην εκπαίδευσή μου. Έχω πλάνα για τρία ακόμα μυθιστορήματα αλλά και για ένα σενάριο – όλα εμπνευσμένα απ’ τους ελληνικούς μύθους. Και έχω την Κύπρο να ευχαριστώ γι’ αυτό.
– Νοουμένου ότι το «Σιωπηλή Ασθενής» έχει πολλές αναφορές σε ελληνικούς μύθους και τραγωδίες, ειδικά στον Ευριπίδη, πώς θα λέγατε ότι σας επηρέασαν οι μύθοι; Γνώρισα πρώτη φορά τον μύθο του Ευριπίδη στο σχολείο. Αποτυπώθηκε μέσα μου αν και δεν ήμουν σίγουρος γιατί. Όταν ήμουν στο Κέιμπριτζ και πήρα ξανά στα χέρια μου το αρχαίο κείμενο –ευτυχώς οι γνώσεις μου στα ελληνικά αποδείχθηκαν σωτήριες– αγάπησα τον Ευριπίδη. Η Άλκηστις του είναι μια απ’ τις αγαπημένες μου ηρωίδες. Το γιατί παραμένει σιωπηλή μέχρι το τέλος του έργου και αυτή η άρνησή της να μιλήσει, με στοίχειωσε. Και ήταν μια προσπάθεια να ανανεώσω αυτήν την ιστορία, εκείνο που με έκανε να γράψω το βιβλίο.
– Η ιδέα της θυσίας διατρέχει όλο το βιβλίο. Ποια ήταν η δική σας μεγαλύτερη θυσία που κάνατε στη ζωή σας; Αντιθέτως, πιστεύω ότι το βιβλίο έχει να κάνει με ανθρώπους που θυσιάζονται από άλλους. Στον Ευριπίδη, η Άλκηστις θυσιάζεται απ’ τον άντρα της. Και αυτός ίσως είναι ο λόγος που τόσοι αγκάλιασαν το βιβλίο –στη δική μου ζωή πάλευα συνεχώς με συναισθήματα: ότι ήμουν ανάξιος, δεν με αγαπούσαν, δεν ήμουν καλός αρκετά– και η Άλκηστις θεωρήθηκε αναλώσιμη απ’ τον άντρα που αγάπησε περισσότερο απ’ όλους στον κόσμο. Όταν ξανάσμιξε με τον Άδμητο στο τέλος, θεωρώ πως δεν μιλούσε γιατί ήταν τόσο θυμωμένη. Και για μια γυναίκα, αυτή η σιωπή είναι η τελευταία διέξοδος όταν δεν έχει άλλα όπλα.
– Πώς μάθατε ότι το βιβλίο θα εκδοθεί τελικά; Προηγουμένως υπήρξαν απορρίψεις; Ήταν μια διαδικασία σαν ανεμοστρόβιλος για να είμαι ειλικρινής. Ως σεναριογράφος ένιωθα απογοητευμένος. Έβλεπα σενάρια που κατακρεουργούνταν στην παραγωγή και αυτό ήταν που τελικά με έκανε να κάτσω και να γράψω ένα μυθιστόρημα. Δεν είχα καν κάποιο ατζέντη όταν το τελείωσα… Βρήκα τον σωστό ψάχνοντας online, του έστειλα μέιλ και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε. Συμφώνησε να διαβάσει το βιβλίο, το πήρε και μια βδομάδα αργότερα ξεκίνησε ένας «πόλεμος» ανάμεσα σε 7 εκδότες του Ηνωμένου Βασιλείου που με διεκδικούσαν. Παράλληλα, αφού βρήκα και τον εκδοτικό στην Αμερική, ξεκίνησαν να διεκδικούν και τα δικαιώματα για ταινία. Ήταν μια παράξενη εμπειρία το να έχω παραγωγούς, που προσπαθούσα να συναντήσω ανεπιτυχώς εδώ και 20 χρόνια και ξαφνικά μου τηλεφωνούσαν στις 11 το βράδυ, προσπαθώντας να με πείσουν να υπογράψω μαζί τους. Έπειτα, το βιβλίο κατέληξε να πουλάει σε 44 χώρες, κάτι που πιστεύω είναι ρεκόρ για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Όλα αυτά ήταν περισσότερα απ’ όσα πιθανώς μπορούσα να χειριστώ, για να είμαι ειλικρινής. Προηγήθηκαν 20 χρόνια που δεν τα κατάφερνα και ξαφνικά σε μια νύχτα έγινε όλη αυτή η επιτυχία. Ήταν μια υπέροχη και πολύ σουρεαλιστική εμπειρία!
– Εκπλαγήκατε όταν μάθατε ότι το βιβλίο ήταν νούμερο ένα στη λίστα με τα ευπώλητα των «New York Times»; Ήταν κάτι που νόμιζα ανέφικτο, επομένως δεν είχα καμία προσδοκία. Οι εκδότες μου στην Αμερική το πίστευαν, αλλά δεν μου έλεγαν κάτι στην περίπτωση που οτιδήποτε πήγαινε λάθος. Μια μέρα πρόσεχα τα σκυλιά της αδελφής μου στο Hampstead όπου ζω και πήγα βόλτα λίγο πριν το μεσημέρι, αφήνοντας το τηλέφωνό μου στο σπίτι. Όταν επέστρεψα βρήκα όλα αυτά τα μηνύματα, με κεφαλαία γράμματα μάλιστα «ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΕ ΜΟΥ», απ’ τον εκδότη μου. Τότε μου ανακοίνωσε ότι το βιβλίο μου είναι Νούμερο 1. Στην αρχή δεν το πίστεψα… Σήμερα όμως κάνουμε αυτή τη συνέντευξη, είμαι στο Λος Άντζελες και το βιβλίο μου γιορτάζει τρεις μήνες μέσα στη δεκάδα των «New York Times» Top Ten Βestseller. Βλέποντας εδώ στην Αμερική το βιβλίο μου σε όλες τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, ομολογώ ότι είναι υπέροχο το συναίσθημα.
– Έχετε καταλάβει γιατί τόσα εκατομμύρια αναγνώστες έχουν αγκαλιάσει το βιβλίο σας; Είναι δύσκολη ερώτηση… Νιώθω ότι η Ισραηλίτισσα εκδότρια μου το έθεσε σωστά. Μου είπε ότι είναι ένα βιβλίο για τον οποιονδήποτε αγάπησε βαθιά ή εκείνον που κάνει ψυχοθεραπεία. Είμαι ένας ρομαντικός άνθρωπος και η ψυχολογία είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου. Πιστεύω λοιπόν ότι η προσπάθειά μου να γράψω μερικές απ’ τις δικές μου εμπειρίες στο χαρτί πέρασε στους αναγνώστες. Και σε αυτό βοήθησε και η αφηγηματική δομή που θυμίζει Agatha Christie.
– Πιστεύετε ότι η εμπειρία σας ως σεναριογράφος βοήθησε στο να γράψετε το βιβλίο; Απόλυτα. Το σημείο καμπής, για μένα, ήταν όταν συμμετείχα ως σεναριογράφος σε μια ταινία, το «The Con is On», με την Uma Thurman. Είναι μια ηθοποιός που πρωταγωνιστεί σε ταινίες απ’ την ηλικία των 15 –ο πρώτος της ρόλος ήταν να υποδυθεί την Αφροδίτη– επομένως δεν υπάρχει κάτι που να μην ξέρει σε ό,τι αφορά μια ταινία. Καταλήξαμε να είμαστε πολύ καλοί φίλοι και να μιλάμε για τη συγγραφή συνεχώς. Όλες οι συμβουλές της με μεταμόρφωσαν ως συγγραφέα.
– Η εταιρεία παραγωγής του Brad Pitt ξεκίνησε την παραγωγή της ταινίας που θα βασίζεται στο βιβλίο σας. Έχετε αγωνία για το αποτέλεσμα; Δεν έχω άγχος καθόλου, είμαι ενθουσιασμένος! Δουλεύω με μερικούς απίστευτα ταλαντούχους ανθρώπους και είμαι σίγουρος ότι έχω να κερδίσω πολλά. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, όσο και αν αγαπώ το να κάνω ταινίες, τίποτα δεν μου δίνει τόση ευχαρίστηση όσο το να γράφω ένα μυθιστόρημα. Και εκεί είμαι εστιασμένος.
– Τι δουλεύετε αυτή την περίοδο; Γράφω το δεύτερό μου βιβλίο ενώ δουλεύω σε μια τηλεοπτική σειρά. Και σχεδιάζω το επόμενο βιβλίο μου. Είναι πολλά, αλλά μου αρέσει.
– Πώς ξεκινάτε μια ιστορία; Από ένα χαρακτήρα; Ή μήπως από έναν τίτλο ή μια σκηνή ή κάτι που νιώθετε εκείνη την περίοδο; Είναι μια δύσκολη ερώτηση… Δεν είμαι σίγουρος πώς ξεκινά μια ιστορία. Κάποιες φορές μπορεί να είναι ένα συναίσθημα, ένα τραγούδι ή ένας στίχος – με εμπνέει η ελληνική μουσική και η ποίηση. Εντοπίζω μιαν έλλειψη φόβου στο να είσαι συναισθηματικός σε αντίθεση με την αγγλική μουσική και ποίηση που κυριαρχεί ο φόβος στο συναίσθημα. Αυτό το βρίσκω εξαιρετικό. Ξέρετε δεν νιώθω απόλυτα Κύπριος, ούτε όμως Άγγλος. Αλλά η κουλτούρα που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή σε μένα είναι χωρίς αμφιβολία η ελληνοκυπριακή.
– Τι θυμάστε πιο έντονα απ’ τα παιδικά σας χρόνια στην Κύπρο; Θα έλεγα ότι το κυριότερο χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας μου ήταν το κυπριακό πρόβλημα. Μεγάλωσα σε μια μοιρασμένη πόλη, έχοντας επίγνωση της παρουσίας ξένων στρατιωτών και της πιθανής απειλής μιας άλλης εισβολής. Αυτό ήταν κάτι που επηρέαζε τη ζωή μου αλλά και όλων των άλλων. Θα έμπαινε στο ασυνείδητό μου. Θυμάμαι, ως παιδί ανησυχούσα για τα παιχνίδια και τα σκυλιά μου και τι θα τους συμβεί αν γίνει ξανά άλλη μια εισβολή. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν αυτή η συνεχής δυνητική απειλή ήταν αυτή που με τράβηξε στα θρίλερ. Σίγουρα θυμάμαι ότι ένιωθα πάντα λίγο φοβισμένος.
– Και ως έφηβος; Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνησή σας; Απ’ τα 13 μου που πήγα στο English School, είχα μιαν ωραία εφηβεία. Δεν ήμουν ιδιαίτερα ευτυχισμένος μέχρι τότε, πάλευα να προσαρμοστώ, να γίνω αποδεκτός. Ως έφηβος όμως έκανα υπέροχες φιλίες που κρατάνε μέχρι σήμερα. Βλέπαμε συχνά ταινίες, καπνίζαμε, πίναμε καφέ, πηγαίναμε στην παραλία. Δεν είχαμε καθόλου ίντερνετ, καθόλου ναρκωτικά. Ήταν τόσο αθώα εποχή και αισθάνομαι πολύ τυχερός που την έζησα.
– Εξακολουθείτε να έρχεστε στην Κύπρο; Βέβαια! Οι γονείς μου ζουν στη Λευκωσία όπως και μια απ’ τις αδελφές μου. Και τα ξαδέλφια μου και οι φίλοι μου είναι εκεί. Άλλαξε πολύ απ’ τον καιρό που ήμουν εγώ παιδί –γεννήθηκα εκεί και έφυγα στα 18 μου– τόσο που παλεύω κάθε φορά να αναγνωρίσω την πόλη. Για να είμαι ειλικρινής όμως, είναι πιο χαλαρή τώρα απ’ ό,τι όταν ήμουν εγώ έφηβος. Το οποίο είναι καλό. Η Κύπρος θα είναι πάντοτε το σπίτι μου. Δεν σας κρύβω πως μια μέρα θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να διαδραματίζεται εκεί.
– Αφιερώνετε το βιβλίο στους γονείς σας. Πώς σας επηρέασαν; Τους οφείλω τα πάντα. Αλήθεια. Με υποστήριξαν για καιρό και ο πατέρας μου παρά τις έντονες διαμαρτυρίες, θα μας άφηνε πάντα να κάνουμε αυτό που θέλαμε στη ζωή, ακόμα κι αν δεν ήταν η πιο λογική επιλογή ή η πιο οικονομικά συμφέρουσα. Έχει μια απίστευτη εργασιακή ηθική. Ειλικρινά, δεν έχω δει κάποιον άλλο να εργάζεται σκληρότερα απ’ αυτόν. Το είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου πάντα. Πιστεύω, μάλιστα, ότι η επιτυχία του βιβλίου μου οφείλεται σε αυτή την ηθική του. Δούλεψα τόσο σκληρά για χρόνια, μέχρι να είμαι επιτέλους ικανοποιημένος. Ποτέ πριν δεν εργάστηκα τόσο αφοσιωμένα σε κάτι. Έκανα δεκάδες προσχέδια, ξανά και ξανά και αυτό το οφείλω στον πατέρα μου. Για τη μητέρα μου έχω μιλήσει ήδη. Μου έδωσε όλα αυτά τα λογοτεχνικά έργα που ήταν καταλύτες για μένα. Με κάποιο τρόπο ο ένας συμπλήρωνε απόλυτα τον άλλο και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων.
* Το βιβλίο του Alex Michaelides «Σιωπηλή Ασθενής» (εκδ. Διόπτρα) κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
Φιλgood, τεύχος 226.