Ήταν η τρίτη φορά που είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ το ατελιέ του Θεόδουλου Γρηγορίου, ένα μεγάλο χώρο στην Αγλαντζιά που αποτελείται από δύο παλιά, ψηλοτάβανα, πετρόκτιστα μακρυνάρια τα οποία χρησιμοποιεί από το 1989. Κάποτε ο χώρος αυτός λειτουργούσε ως φάρμα αγελάδων, γι’ αυτό και στο εσωτερικό υπάρχουν ακόμη ταΐστρες των ζώων, στις οποίες ο καλλιτέχνης τοποθετεί τα διάφορα υλικά του. Τον συνάντησα ένα πρωινό να πειραματίζεται πάνω στο τελευταίο γλυπτό του, το οποίο επιλέγηκε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου κατόπιν διαγωνισμού, στο πλαίσιο της νομοθεσίας για το 1%, για να τοποθετηθεί στην πλατεία του κτηρίου Κοινωνικών Δραστηριοτήτων στην Πανεπιστημιούπολη. Είναι το πέμπτο έργο που αναλαμβάνει ως γλύπτης, στο πλαίσιο του νόμου για τοποθέτηση έργων τέχνης σε δημόσια κτήρια.
Είναι συναρπαστικό να εισχωρείς στο προσωπικό σύμπαν ενός σημαντικού καλλιτέχνη όπως ο Θεόδουλος και να παρακολουθείς από κοντά τη δημιουργική διαδικασία. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι να τον ακούς να ξεδιπλώνει τις σκέψεις, τις ιδέες και τη φιλοσοφία του για το πώς καταλήγει στο τελικό αποτέλεσμα.
Γύρω μας ράφια με σφαίρες, κύβους, κώνους και άλλες γεωμετρικές φόρμες, στοιχεία τα οποία σκοπεύει να ενσωματώσει στο μέλλον σε κάποια από τα γλυπτά του. Δίπλα, σε μεγάλους πάγκους, τα προσχέδια και οι μελέτες του, πιο πέρα διάφορα άλλα υλικά. Ανάμεσα σ’ όλα αυτά ξεχωρίζουν ορισμένα από τα εβληματικά έργα του, όπως οι εγκαταστάσεις που παρουσίασε στο Λούβρο.
Μου εξηγεί ότι είναι πειθαρχημένος και πρωινός τύπος. Έρχεται στο εργαστήρι καθημερινά. Ακόμη και τις Κυριακές, θα περάσει το πρωί για λίγο. «Είμαι σαν τον αθλητή που πρέπει να κάνει την προπόνησή του κάθε μέρα. Δεν σημαίνει ότι όλες οι μέρες είναι παραγωγικές αλλά είμαι της τακτικής προπόνησης. Είμαι εδώ 8 με 12 ώρες, κάποιες μέρες δούλεψα 15 και 18 ώρες. Ξεκινώντας μια διαδικασία, χρειάζομαι χρόνο για να μπω στο «παιχνίδι» ώσπου να φτάσω σε μια κορύφωση, δεν πρέπει να χάσω τη στιγμή. Ωστόσο κάνω και πολλές χειρωνακτικές, τεχνικές δουλειές, όπως να ετοιμάσω τα καλούπια, να έρθω σε επαφή με τεχνίτες…». Διατηρεί επίσης από το ’96 ένα μικρότερο στούντιο στο Παρίσι, όπου συχνά μοιράζει τον χρόνο του και ένα εργαστήρι ταπισερί στο πατρικό του στη Μαλούντα. Μέρος της δημιουργικής διαδικασίας είναι και τα ταξίδια, πάντα για δουλειά. Δεν θυμάται να έχει πάει διακοπές, με εξαίρεση δυο μέρες σ’ ένα ελληνικό νησί.
Ο Θεόδουλος Γρηγορίου είναι από τους λίγους Κύπριους καλλιτέχνες που αφοσιώθηκε στην τέχνη χωρίς να χρειάζεται να κάνει άλλη δουλειά. «Δεν έκανα τίποτε άλλο από τέχνη. Ακόμη και όταν ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο, δούλευα σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο. Η μόνη περίοδος που έκανα κάτι διαφορετικό ήταν όταν ήμουν εφτά χρονών, ως μυλωνάς μαζί με τον πατέρα μου. Είμαι απόλυτα προσηλωμένος σ’ αυτό που κάνω. Θα ήταν δύσκολο να μοιράσω τον χρόνο μου σε δυο πράγματα».
Το 1976 κέρδισε μια υποτροφία από την Ουνέσκο για το Βουκουρέστι. Ζώντας υπό το δικτατορικό καθεστώς Τσαουσέσκου, έπαιρνε συχνά το τρένο και ταξίδευε με τα πενιχρά του μέσα στην Ευρώπη. Ως πρωτοετής φοιτητής, γνώρισε και λάτρεψε την Arte Povera και το έργο του Γιάννη Κουνέλλη, καθώς και τη Land Art. Ωστόσο, πιο δυνατές αναφορές στη δουλειά του είναι οι ρίζες, οι μνήμες, τα προσωπικά του βιώματα και ο τόπος του. «Η επαφή μου με τη γη, τα κτερίσματα, τα πετρώματα, το μεταλλείο του Μιτσερού κοντά στο χωριό μου, ήταν εμπειρίες σημαντικές. Ζούμε σε ένα καμπυλόγραμμο τοπίο που συνεχώς μεταμορφώνεται, και από το πολύχρωμο καταλήγει στην ώχρα. Τα τεμένη και οι εκκλησίες έχουν συγγενική δομή με το τοπίο. Αυτές οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης μου για να δώσω δομή στα πράγματα».
Βασικά υλικά του είναι το τσιμέντο και τα πετρώματα. Η παλέτα των χρωμάτων του περιλαμβάνει αποχρώσεις από τα οξείδια μετάλλων, του σιδήρου και του χαλκού. Επίσης από τα πρώτα χρόνια της δημιουργικής του πορείας εισχωρεί στη δουλειά του και η τεχνολογία. «Ένα πράγμα που με επηρέασε έντονα είναι η ασπρόμαυρη οθόνη. Θυμάμαι που το ’63 παρακολουθούσαμε τους βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας στην τηλεόραση του ΡΙΚ, μανάδες που έκλαιγαν για τα παιδιά τους που ήταν στον πόλεμο. Βλέπαμε με δέος τις πληροφορίες να φτάνουν κοντά μας μέσω της τεχνολογίας. Πέρασαν χρόνια και η μαυρόασπρη εικόνα τρεμόσβηνε στη μνήμη μου. Ακολούθησαν μια σειρά έργων που αφορούσαν τον τελευταίο βρόγχο της μαυρόασπρης εποχής… Με ενδιαφέρουν οι επιστρώσεις και τα συμπτώματα του χρόνου. Είναι σαν αυτό που βλέπεις όταν κόψεις κάθετα τη γη και φανερώνονται οι διάφορες επιστρώσεις. Η μια πληροφορία έρχεται και καλύπτει την άλλη και εσύ, ως δημιουργός, αποδίδεις αυτές τις επιστρώσεις με τον δικό σου χρωστήρα».
Στην Κύπρο ο Θεόδουλος Γρηγορίου επέστρεψε από τις σπουδές του αρχές της δεκαετίας του ’80. Παρουσίασε για πρώτη φορά δουλειά του το 1983 στην γκαλερί Γκλόρια, με έργα που δημιούργησε στο πανεπιστήμιο. Εκείνη τη χρονιά έλαβε μέρος στον διαγωνισμό της Λαϊκής Τράπεζας για ένα έργο που θα τοποθετείτο στο Πολιτιστικό Κέντρο της, στη Μακαρίου. Ήταν σημαντικός διαγωνισμός γι’ αυτόν, γιατί ήταν ο πρώτος που γινόταν στην Κύπρο. «Αυτή η ανάθεση ήταν ένας σταθμός στην πορεία μου, που επικύρωσε κατά κάποιο τρόπο τη δουλειά μου».
Πιο σημαντικό σταθμό, ωστόσο, θεωρεί την απευθείας πρόσκληση από τον διευθυντή της Μπιενάλε Βενετίας το 1990, για να λάβει μέρος ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης στην κεντρική έκθεση το APERTO ‘90, πλάι σε σημαντικά ονόματα όπως οι Τζεφ Κουνς, Μπιλ Ντελβουά, Κέτυ Νόλαντ κ.α. Όπως εξηγεί, προηγήθηκε μια έκθεση στο Μπάρι της Ιταλίας, που διοργάνωσε η Έφη Στρούζα με ανερχόμενους καλλιτέχνες της Κύπρου και της Ελλάδας, στην οποία έλαβε μέρος μέσω της κυπριακής Γκαλερί Διάσπρο. «Ο επιμελητής της Μπιενάλε Ντζοβάνι Καρατέντε είχε δει στο Μπάρι τη δουλειά μου και όταν τον προσκάλεσε η Ελένη Νικήτα στην Κύπρο για να γνωρίσει Κύπριους καλλιτέχνες, μου πρότεινε να λάβω μέρος στην έκθεση στο Αρσενάλε. Παρουσίασα μια εγκατάσταση με κώνους και ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, ένα έργο κάπως διαστημικό αλλά ταυτόχρονα και πρωτόγονο. Τίτλος του, «System Global». Αυτή η επιτυχής συμμετοχή, σηματοδότησε την έξοδό του στην Ευρώπη, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα ούτε οι ευκαιρίες για διεθνείς συμμετοχές. Μετά την Μπιενάλε ακολούθησε μια δυναμική και ανερχόμενη πορεία, παρουσιάζοντας δουλειά του αρχικά στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης στην Τουλούζη και αργότερα στό Μουσείο «Les Abattoirs» και σε άλλα μουσεία της Ευρώπης.
Θυμάται ότι το 1973, όπως του διηγήθηκε ο Μισιέλ Τρος, τότε υπεύθυνος του 1% στη Γαλλία και αργότερα διευθυντής του Υπουργείου Πολιτισμού στη Γαλλία, επισκέφθηκε την Κύπρο με πρόσκληση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και περιηγήθηκε στο νησί από τον Νίκο Κουρούσιη. «Είναι ο άνθρωπος που συμβούλευσε τον Μακάριο να εφαρμόσει τον νόμο του 1% για έργα τέχνης στα δημόσια κτήρια. Όταν συναντηθήκαμε στα εγκαίνια μου, στην Τουλούζη το 1992, τον ενημέρωσα ότι μόλις άρχισε η εφαρμογή του στην Κύπρο, ο Τρος μου πρότεινε, όταν ανακαινιστούν τα παλιά σφαγεία σε Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, να κάνω εκεί ένα έργο στο πλαίσιο του νόμου αυτού. Και όντως, εφτά χρόνια αργότερα με ειδοποίησαν να το υλοποιήσω». Το έργο του Θεόδουλου τοποθετήθηκε από τον Alan Mouseigne στην κύρια αίθουσα απέναντι από ένα έργο του Πικάσο, σε μια προσπάθεια να αντιπαραβάλουν έναν νέο καλλιτέχνη με ένα μύθο. Ανάμεσα στα μουσεία της Ευρώπης όπου ταξίδεψε η δουλειά του, στέκεται στο Μουσείο Τρετιακώφ στη Μόσχα, το 2007: «Ήταν μια ιστορική έκθεση με θέμα Ρωσία-Ευρώπη, όταν η Κύπρος μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κυπριακή συμμετοχή ήταν μια βυζαντινή εικόνα που εκπροσωπούσε την πρώιμη εποχή της τέχνης, ένα έργο του Διαμαντή και ένα έργο δικό μου, που αντιπροσώπευε τη νέα γενιά».
Σημαντική στιγμή στη 40χρονη πορεία του ήταν επίσης η πρόταση από τον ίδιο μιας έκθεσης στην Πύλη Αμμοχώστου, με τη διοργάνωση και στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας και του ΔΕΣΤΕ στην οποία συμμετείχαν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς και Μίμο Παλαντίνο και άλλα σημαντικά ονόματα, όπως ο Ζαν Λεγκάκ, ο Ζωρζ Ρουζ και ο Γιώργος Λάππας. «Τότε ήμουν μέλος του ΔΣ του πολιτιστικού της Λαϊκής Τράπεζας και πρότεινα να γίνει αυτή η έκθεση σε επιμέλεια Δημοσθένη Δαββέτα, τον οποίο γνώρισα στο Παρίσι. Ο Ζωρζ Ρουζ έκανε τρία έργα με φωτογραφίες μέσα στα ερείπια της Πράσινης Γραμμής, ο Ζαν Λεγκάκ δημιούργησε ένα ζωγραφικό 17 μέτρων με έμπνευση από το Αρχαιολογικό Μουσείο και η Μαρίνα Αμπράμοβιτς έφτιαξε με μέταλλο τρία απρόσιτα κρεβάτια της Αφροδίτης και ένα άλλο έργο με πηλό. Από την Κύπρο συμμετείχαμε εγώ και ο Άγγελος Μακρίδης. Είχα δημιουργήσει ένα μεγάλο τσιμεντένιο κώνο, ως ένα φαλλικό σύμβολο, με το όνομα “Ερμαφρόδιτος”. Με την Αμπράμοβιτς επισκεφθήκαμε την κόκκινη λίμνη του Μιτσερού ψάχνοντας πέτρες με ιδιαίτερη ενέργεια για μαξιλάρια για τα ‘’κρεβάτια της Αφροδίτης’’ και της εξήγησα ότι ο χώρος αυτός είναι μια βασική πηγή έμπνευσης στη δουλειά μου. Και εκείνη μου είπε, «δεν θα πρέπει να αποκαλύπτεις σε συναδέλφους με τόση ευκολία τις πηγές σου»…
Από τις εμβληματικότερες δουλειές του είναι η έκθεση στο Μουσείο του Λούβρου, στην αίθουσα με τις κυπριακές αρχαιότητες η οποία παρουσιάστηκε το 2008-9 και διήρκεσε δέκα μήνες. Οι ενδιαφέρουσες εγκαταστάσεις του -εμπνευσμένες από την κυτταροειδή δομή της Χοιροκοιτίας και της Έγκωμης- ανέπτυσσαν διάλογο με τις κυπριακές αρχαιότητες της νεολιθικής και της χαλκολιθικής περιόδου. «Στη δουλειά μου χρησιμοποιώ την κυτταρoειδή δόμηση, δηλαδή πρωτογενείς φόρμες όπως η σφαίρα ή ο κύβος, ανοικτές στον χρόνο, οι οποίες μεταλλασσόμενες παραπέμπουν σε συμπτώματα του τώρα. Αυτή η επαναλαμβανόμενη σύνθεση ταυτίζεται πολύ με τη γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όταν μετέφερα ηλεκτρονικά στο δυαδικό σύστημα την κυπροσυλλαβική γραφή, συνειδητοποίησα ότι η δομή της ήταν παρόμοια με τη δομή του αρχαιολογικού χώρου της Έγκωμης. Έτσι, προσπάθησα να παραλληλίσω τη δόμηση του εικονικού χώρου με αυτήν του ιστορικού», εξηγεί ο καλλιτέχνης. Λίγο αργότερα, το 2016, παρουσίασε την εγκατάσταση «Κύτταρα, μια προσωπική γεωγραφία» στην πλατεία μπροστά από το Λούβρο, έπειτα από πρόσκληση του δήμου του Παρισιού.
Θεωρεί τα έργα του σαν παιδιά του και δυσκολεύεται να τα ξεχωρίσει. Ωστόσο, νιώθει πως κάποια έχουν περισσότερες αντοχές στον χρόνο. Ανάμεσά τους τα γλυπτά του στον εξωτερικό χώρο του αεροδρομίου Λευκωσίας, η εγκατάσταση στο τέρμα της Λήδρας, αλλά και δυο έργα με πολιτικό χαρακτήρα. Το πρώτο, που παρουσιάστηκε το 1995 στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, το θεωρεί προσωπική διαμαρτυρία στον πόλεμο: «Το έργο αυτό έγινε σε μια περίοδο που οι Τούρκοι σημάδευαν φαντάρους στα φυλάκια. Ήταν μια έκθεση με Έλληνες και Τούρκους καλλιτέχνες, σε επιμέλεια της Έφης Στρούζα και της Μπεράλ Μαντρά, σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι το Αιγαίο μας ενώνει. Εκείνη την περίοδο όμως δεν έδιναν βίζα σε Κύπριους για να ταξιδέψουν στην Τουρκία. Έτσι, άρχισα να γράφω ένα γράμμα άρνησης συμμετοχής στην Τουρκάλα επιμελήτρια: «Πήρα το μήνυμά σας από το Βερολίνο. Συνειρμοί από την άλλοτε μοιρασμένη πόλη. Το διάβαζα ενώ βρισκόμουν σε απόσταση αναπνοής από το δικό μας τείχος…». Σιγά-σιγά το γράμμα έγινε ποιητικό και κατέληξα να το κάνω έργο. Το δημιούργησα σε λινοτυπική μηχανή με υλικό το χυτό μολύβι, από το οποίο κατασκευάζονται και οι σφαίρες. Έγραψα ότι “…αυτά που διαπερνούν τα σύνορα και το πετσί μας, είναι ο ήχος πλάγιος δεύτερος…”, δηλαδή ο ήχος ο λαϊκός, ο βυζαντινός, αλλά και του χότζα. Κι έτσι, ο ήχος του αμανέ του χότζα και ο ήχος του Ακάθιστου Ύμνου, σε παράξενο, χαμηλόφωνο μιξάζ, συνόδευε τον θεατή και διαπερνούσε στην αίθουσα την ώρα που διάβαζε το γράμμα. Την εγκατάσταση υλοποίησαν τελικά οι Τούρκοι καλλιτέχνες. Το 2007 παρουσίασα πάλι δουλειά μου στην Αγία Ειρήνη, στο Τοπ Καπί, με τίτλο “Ορίζοντας ή ακροαστικά φυλάκια”. Είναι εννιά τσιμεντένιοι κύβοι με θυρίδες όπως αυτές του πολυβολείου, μέσα από τις οποίες βλέπεις σε οθόνες το κύμα (μνήμες της θάλασσας της Κερύνειας). Αυτό το έργο, που ανήκει σήμερα στην κρατική συλλογή, παρουσιάστηκε και στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1997, στην οποία συμμετείχα εκπροσωπώντας την Κύπρο (Με άλλους τρεις καλλιτέχνες Σάββας Χριστοδουλίδης, Νίκος Χαραλαμπίδης, Λευτέρης Ολύμπιος) και βραβεύτηκε το 1999 στο Art Joction στη Νίκαια».
Ανατρέχοντας στα 40 χρόνια της δημιουργικής του πορείας, θεωρεί σημαντική τη δεκαετία του ’80 για την ιστορία της τέχνης στην Κύπρο. «Μετά τη δεκαετία του ’60, όταν επέστρεψαν οι πρώτοι καλλιτέχνες που σπούδασαν στο εξωτερικό και έφεραν την αφαίρεση, επόμενος σταθμός είναι η γενιά της δεκαετίας του ’80. Αυτή την περίοδο γυρίσαμε από τις σπουδές μας, με νέες προτάσεις και φρέσκια ματιά και προσπαθήσαμε να ξεφύγουμε απο τις ηθικές δεσμεύσεις, από το δράμα του πολέμου εκφέροντας ένα νέο εικαστικό λόγο», λέει.
Τον αποχαιρέτησα με την υπόσχεση ότι η επόμενη συνάντησή μας θα είναι στο εργαστήριο ταπισερί που διατηρεί στη Μαλούντα, ένα χώρο στον οποίο αναφέρεται επίσης με μεγάλη αγάπη, αφού ήταν το καταφύγιο του για δημιουργία από τα 13 του χρόνια.
maria.panayiotou@phileleftheros.com
Φιλgood, τεύχος 230.