Διάβασα το πρόσφατο άρθρο του κ. Μιχάλη Πιερή [στο εξής: Μ. Π.] στον «Φιλελεύθερο» (26.9.2019, σ. 23) με τίτλο «Για την “παραμορφωτική” μεταγραφή της “Ανεράδας” του Β. Μιχαηλίδη [από τον λογοτέχνη Τάσο Αριστοτέλους]», καθώς και την επαυξημένη, ηλεκτρονική δημοσίευσή του στο philenews. Στο άρθρο του αυτό ο φιλόλογος Μ. Π. επικρίνει τον Τ. Αριστοτέλους, επειδή ο τελευταίος τόλμησε να μεταφέρει στην κοινή νεοελληνική την ιδιωματική «Ανεράδα» του ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη, κι αναλώνεται σε μια σειρά παρατηρήσεων γραμμένων με ιδιαίτερη οξύτητα και κακεντρέχεια.
 
Σωστός φιλόλογος, ωστόσο, δεν είναι αυτός που περιμένει στη γωνιά τους λογοτέχνες για να τους κατσαδιάσει (ή, ακόμη χειρότερα, για να τους «καταχερίσει» και να τους χλευάσει δημοσίως), αλλά, αντίθετα, αυτός που τους βοηθά προσφέροντας απλόχερα τις γνώσεις του, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι απαλλαγμένο από λάθη ή και παραλείψεις, π.χ. σε δεύτερη, αναθεωρημένη γραφή. Φυσικά, δεν πρόκειται να σχολιάσω τις κακοπροαίρετες επικρίσεις του Μ. Π., μερικές από τις οποίες είναι, έτσι κι αλλιώς, αβάσιμες (ούτε θα σχολιάσω, βέβαια, τη χαριτωμένη για φιλόλογο, και δη πρώην πανεπιστημιακό, χρήση του ουσιαστικού «απεύθυνση» που θυμίζει τόσο το απευθυσμένο…).
 
Ας μου επιτραπεί, όμως, να σχολιάσω με συντομία τις ευθείες ή πλάγιες βολές του Μ. Π. ενάντια στην αφεντιά μου και στην αφεντιά των… φίλων μου. Στην έντυπη δημοσίευση του άρθρου του αναφέρεται σ’ εμένα απαξιωτικά: «[…] την προσπάθεια ενός Κυριάκου Ιωάννου» (στην ηλεκτρονική δημοσίευση του άρθρου του είναι πιο ευγενικός απέναντί μου: «του κ. Κυριάκου Ιωάννου»). Στην ηλεκτρονική μορφή του άρθρου του φρονεί ότι οι προσπάθειές του να με «διορθώσει» και να αφυπνίσει την πανεπιστημιακή κοινότητα έπεσαν στο κενό, επειδή υποστηρίχθηκα «από λογής άσχετους περί την πραγματική επιστήμη της φιλολογίας», αλλά και επειδή συσπείρωσα γύρω μου «τις λεγεώνες των δραστήριων μετρίων, οι οποίοι έχουν κατορθώσει να ελέγχουν την πνευματική Κύπρο» (στην έντυπη μορφή του άρθρου του παραλείπει τις συγκεκριμένες αναφορές).
Σημειώνουμε, λοιπόν, δυο τελευταίες κουβέντες για τον Μ. Π.:
 
(1) Η επιστημονική εξέταση του χειρογράφου της «9ης Ιουλίου…» του Β. Μιχαηλίδη, ενός χειρογράφου που είναι θεωρημένο από τον ίδιο τον ποιητή, και, άρα, σύμφωνα με τις αρχές της εκδοτικής επιστήμης, προσλαμβάνει την αξία υπερπολύτιμου αυτογράφου, έφερε στο φως συγκλονιστικά ευρήματα τα οποία αποκαθιστούν σε μεγάλο βαθμό την πραγματική βούληση του ποιητή της «Ρωμιοσύνης» και ακεραιώνουν τα νοηματικά συμφραζόμενα του ποιήματος (π.χ., με τις γραφές «όντες» και «Κάρκογλους»). Δυστυχώς για τον Μ. Π., οι αποκαλύψεις αυτές έγιναν από εμένα και όχι από αυτόν.
 
Θα μπορούσε, ωστόσο, να διερωτηθεί κανείς γιατί ο Μ. Π. ενοχλήθηκε τόσο από τις αποκαλύψεις αυτές. Η απάντηση είναι ότι πριν από εμένα το συγκεκριμένο χειρόγραφο υποτίθεται ότι εξετάστηκε εξαντλητικά από τον Μ. Π., ο οποίος, όμως, δεν κατάφερε να εντοπίσει τις σημαντικές αυτές – για την ιστορία της κυπριακής και της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας – γραφές. Τι κρίμα, λοιπόν, που οι γραφές αυτές εντοπίστηκαν από «έναν Κυριάκο Ιωάννου», ο οποίος, χωρίς να το θέλει ασφαλώς, εξέθεσε ανεπανόρθωτα τις αναγνωστικές δυνατότητες του Μ. Π. στην παλαιογραφία (γνωστές, άλλωστε, από τις διασκεδαστικές παραγνώσεις του στα χειρόγραφα του «Χρονικού» του Λεόντιου Μαχαιρά). Βέβαια, αν πρέπει να είμαστε ακόμη πιο δίκαιοι, η αλήθεια είναι ότι η καθαυτό ενασχόληση του Μ. Π. με τον Β. Μιχαηλίδη είναι κυρίως (θεατρο)διασκευαστική/σκηνοθετική. Δεν έγραψε καμιά μονογραφία είτε σοβαρή μελέτη για τη ζωή ή το έργο του ποιητή αυτού, με αποτέλεσμα οι γνώσεις του να παραμένουν περιορισμένες.
 
(2) Σημαντικοί πανεπιστημιακοί και άλλοι επιστήμονες στην Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς και κορυφαίοι λογοτέχνες και μουσικοσυνθέτες, εξέφρασαν την επιδοκιμασία τους για τις γραφές «όντες», «Κάρκογλους» κτλ. και για την εκδοτική και ερμηνευτική μου προσπάθεια. Οι άνθρωποι αυτοί, ωστόσο, είναι, σύμφωνα με τον Μ. Π., «άσχετοι» και ανήκουν «στις λεγεώνες των δραστήριων μετρίων». Ποιοι να είναι, όμως, αυτοί οι «άσχετοι» και «δραστήριοι μέτριοι» που τόλμησαν να χαιρετίσουν (ή και να υιοθετήσουν/ αξιοποιήσουν) τις αποκαλύψεις αυτές; Παραθέτω μερικά μόνο ονόματα: Γιώργος Κεχαγιόγλου, Θεοδόσης Πυλαρινός, Κωνσταντίνος Κασίνης, Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, Λουίζα Χριστοδουλίδου, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Κωνσταντίνος Γιαγκουλλής, Μανώλης Στεργιούλης, Λεωνίδας Γαλάζης, Κώστας Νικολαΐδης, Νάτια Αναξαγόρου, Γιώργος Γεωργίου, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Κώστας Βασιλείου, Τάσος Αριστοτέλους, Λάρκος Λάρκου κ.ά.
 
(3) Όσοι γνωρίζουν πράγματα και καταστάσεις, αντιλαμβάνονται ότι αυτή η νέα απόπειρα του Μ. Π. να μηδενίσει τους πάντες και τα πάντα δεν είναι άσχετη (α) με την πρόσφατη αποτυχία του να εκλεγεί στην Ακαδημία της Κύπρου, (β) με την προδιαγραφόμενη μη απονομή σ᾽ αυτόν του τίτλου του ομότιμου καθηγητή, (γ) με την ατελέσφορη προσπάθειά του να εκδιώξει από το Πανεπιστήμιο Κύπρου τον Λευτέρη Παπαλεοντίου, (δ) με την απομάκρυνσή του από την Αξιοθέα και με το ότι του πέταξαν ένα μονάχα κόκαλο να γλείφει (τον παρηγορητικό τίτλο του «επίτιμου διευθυντή»), (ε) με τη δημόσια καταγγελία μου για το αμφιβόλου πρωτοτυπίας (copy paste) διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, (στ) με τη στερνή του γνώση, τώρα στα γεράματα, ότι και το υπόλοιπο συγγραφικό έργο του είναι πενιχρό και, συχνά, επιστημονικά επιλήψιμο.
 
Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ο κ. Μιχάλης Πιερής καταφέρεται με τόσο μένος εναντίον μου αλλά και εναντίον τόσων άλλων επιστημόνων, μελετητών και λογοτεχνών. Και γι᾽ αυτό είναι η τελευταία φορά που ασχολούμαι μαζί του δημόσια, αφού εδώ και χρόνια μοναδική έγνοια του είναι να μας υπενθυμίζει την παρουσία του μόνο με αήθεις επιθέσεις, με φιλολογικές «πατάτες» και με κάθε λογής κουταμάρες.
 
* Ο Δρ. Κυριάκος Ιωάννου είναι φιλόλογος, νεοελληνιστής