«Δεν νοείται σώφρων άνθρωπος να αλέσει και να μη γευτεί την καπύρα. Άλλοτε τις φέτες του ψωμιού τις ψήναμε στο μαγκάλι ή ακόμα και στο καζάνι. Τώρα υπάρχει η τοστιέρα». Αυτές οι λέξεις, γραμμένες από έναν κάτοικο των Βατερών της Λέσβου και αλιευμένες στο διαδίκτυο, με έβγαλαν κάποια στιγμή… ασπροπρόσωπη.
 
Πριν από μερικά χρόνια, ένα καλοκαίρι, χρειάστηκε να απασχολήσω για λίγο κάποια παιδάκια που παρακολουθούσαν το θερινό σχολείο που οργάνωνε τότε το Πολιτιστικό Εργαστήρι των Αγίων Ομολογητών. Μιλούσαμε για διάφορα, όταν, ξαφνικά, ένας μικρός, αντιλαμβανόμενος από την προφορά μου ότι είμαι Ελλαδίτισσα, με ρώτησε: «Κυρία, είναι αλήθεια ότι τα παλιά χρόνια όλοι στην Ελλάδα μιλούσαν κυπριακά;»
Αιφνιδιάστηκα. Αλλά έπρεπε να του απαντήσω κι έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει. «Πόσων χρόνων είστε;» ρώτησα τα παιδιά.
Οι απαντήσεις έπεσαν βροχή: «Εφτά», «Οχτώ», «Εννιά».
«Άρα είστε όλοι κάτω από 10 χρόνων. Υπάρχει κανείς από σας που δεν ξέρει τι είναι η καπύρα;»
Γέλια. Όλοι ήξεραν, βέβαια, την καπύρα.
«Τι είναι η χολέτρα ξέρετε;»
Νέα γέλια. Όλοι ήξεραν και τη χολέτρα.
«Ε, λοιπόν, όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, σχεδόν κανείς στην Ελλάδα σήμερα, αν δεν έχει έρθει στην Κύπρο, δεν ξέρει ούτε την καπύρα ούτε τη χολέτρα. Κι όμως, αυτές οι δύο λέξεις, όπως και πολλές άλλες στην κυπριακή “τοπολαλιά”, είναι αρχαίες, πανάρχαιες λέξεις. Όχι απλώς παλιές, αλλά αρχαίες. Πιο παλιές από τους παππούδες σας και τα τείχη της Λευκωσίας, συνομήλικες με τα ωραία αγάλματα στο Κυπριακό Μουσείο. Τότε, λοιπόν, όλοι στην Ελλάδα ήξεραν και την καπύρα και τη χολέτρα. Με τα χρόνια, όμως, αυτές οι λέξεις ξεχάστηκαν. Αλλά δεν ξεχάστηκαν παντού, αφού εδώ, στην Κύπρο, τόσα χρόνια μετά, τις θυμόμαστε και τις χρησιμοποιούμε στον καθημερινό μας λόγο. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, ναι. Κάποτε όλοι στην Ελλάδα μιλούσαν κυπριακά!»
 
Ο μικρός έμεινε ικανοποιημένος με την απάντηση. Αλλά κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη που είχα καταφέρει, παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό μου, να οργανώσω μια απάντηση που να περιέχει μεγάλη δόση αλήθειας. Και λέω «μεγάλη δόση», γιατί καπύρα μπορούμε να γευτούμε και στη Λέσβο, ενώ το νερό από τις στέγες των παλιών σπιτιών στα Δωδεκάνησα (κυρίως στη Ρόδο) συνεχίζει να ρέει μέσα από τις χολέ(ν)τρες, αφήνοντας τις υδρορροές για τα νεότερα κτίσματα.
 
Κάποτε πρέπει να παραδεχθούμε ότι σε πολλά πάσχουμε από μυθομανία. Ειδικά οι μύθοι περί την ελληνική γλώσσα είναι πολλοί και ισχυροί. Ποιος δεν έχει ακούσει ότι για μία ψήφο και μόνο έχασε, δήθεν, η ελληνική τη θέση της επίσημης γλώσσας των ΗΠΑ; Ή, πάλι για μία ψήφο, αυτή τη φορά στον ΟΗΕ, απωλέσθη η δυνατότητα ανακήρυξης της ελληνικής σε διεθνή γλώσσα, έναντι της… εσπεράντο;
Προς τι οι μύθοι; Έχουμε μια όμορφη γλώσσα, γεμάτη εικόνες και χρώματα. Καμιά ανάγκη, λοιπόν, να τη φορτώνουμε με ψεύτικα στολίδια. Αλλά στη γλώσσα θα επανέλθουμε ξανά και ξανά…
 
Υ.Γ.: Για (πολύ) περισσότερα γλωσσικά, επισκεφθείτε το μπλογκ του Νίκου Σαραντάκου ή δείτε τα βιβλία του Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία και Λέξεις που χάνονται (Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, 2009 και 2011, αντίστοιχα), όπως και το Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα (εκδ. Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, 2019).
 
Κι αν κάποιο απόγευμα (εκτός Κυριακής και Δευτέρας) ή Σάββατο πρωί σάς φέρει ο δρόμος σας στους Αγίους Ομολογητές, περάστε την πράσινη πόρτα του Αρχοντικού Ιεροδιακόνου (φωτογραφία), στην οδό Αγχιάλου 1, στον Πλάτανο, για να πιείτε τον καφέ σας σε μια από τις πιο όμορφες (και άγνωστες) αυλές της Λευκωσίας, κάτω από τον ίσκιο μιας αρτυμαθκιάς. Με την ευκαιρία, μετροφυλλίστε και το λεύκωμα του Πολιτιστικού Εργαστηρίου Αγίων Ομολογητών, όπου αποτυπώνεται η εικοσάχρονη πορεία αυτής της εστίας πολιτισμού, στην καρδιά της Λευκωσίας. Και κάτι ακόμα: στον επάνω όροφο λειτουργεί δανειστική βιβλιοθήκη για παιδιά-μέλη του Εργαστηρίου.
 
Φιλgood, τεύχος 242