Ποίηση συνειδητών οδεύσεων και στέρεων βηματισμών, που ιχνηλατεί παραπαίοντα βήματα και εναγώνιες ή ασύνειδες πτώσεις, υπερφίαλους μετεωρισμούς και ολισθηρές σχοινοβασίες στις «Ρωγμές των Καιρών», όπως προσημαίνει ο τίτλος της τρίτης νέας ποιητικής συλλογής του Άγι Χαραλαμπίδη. Μια φωνή, που αυτοβιογραφείται μέσα από το μικρόσχημο ποίημά του «Μονωδία», όπου σε υποβλητική παραλληλία το μικρό πουλί εκπέμπει τη δική του μοναδική λαλιά. Φθόγγοι χωρίς την κενότητα ηχηρών επιτηδεύσεων, διδακτικών συνθημάτων και προσμείξεων από κακέκτυπους μιμητισμούς, αλλά που η γραφή τους κρυσταλλώνει την ιδιοπρόσωπη έμφυτη απλότητα των εύηχων τόνων και των εναργών νοημάτων, των εύληπτων αλληγορικών συμβολισμών και των ευκρινών αποτυπώσεων. Εμφανείς οι απερίφραστοι αφορισμοί στο ποίημά του «Πλησμονή»: «Βαρέθηκα/ τις επιχρυσωμένες λέξεις/ πριν ο πόνος στεγνώσει/ και τα δάκρυα·// κουράστηκα/ όλο τρύπια λόγια ν’ ακούω/ που στάζουν ηθικές αξίες/ κι εντιμότητα/ σε προσωπεία που ράγισαν/ από περισσεύουσα υποκρισία.».
Ένας τουτέστιν αυθεντικός λόγος στην αποφθεγματική συμπύκνωση λιτής ποιητικότητας, που μεταδίδει τους λυρικούς κραδασμούς του ευαίσθητου ψυχισμού του ανάμεσα σε βουβούς ελεγειακούς λυγμούς ενσυναίσθησης για τον ανθρώπινο πόνο. Δηκτικό, ωστόσο, το δριμύ κατηγορώ εναντίον των υπαίτιων αυτουργών και των απροκάλυπτων είτε συγκεκαλυμμένων μεθοδεύσεών τους. Στίχοι, εν τέλει, που με πειθώ επικοινωνιακής μέθεξης συστοιχούν προς μια βαθύτερη ενδοσκόπηση βίου και επιμέτρηση της ατομικής υπευθυνότητας και της συλλογικής εγρήγορσης. Καθότι το ζητούμενο για τον ποιητή των καίριων στοχαστικών αποτιμήσεων, των ευθύβολων διαχρονικών μηνυμάτων και των λυσιτελών πράξεων είναι η υπέρβαση των μη ανεκτών πλέον ορίων της απαθούς ολιγωρίας και της ασύγγνωστης αβελτηρίας. Επειδή δεν αντέχεται με αβάσταχτη ελαφρότητα το βάρος άλλων «Παράπλευρων απωλειών», καθώς υπομιμνήσκει και προστάζει μαζί ο ποιητής: «Από τη χαίνουσα πληγή/ στης πατρίδας μου τον κόρφο/ το αίμα κυλάει ασταμάτητα.// Έντομα σαρκοβόρα/ στη μυρωδιά του αφηνιάζουν·/ …». Ολιγόστιχα είτε εκτενέστερα ποιήματα επιγραμματικών ή αφηγηματικών καταγραφών με χρονολογικές ενδείξεις στη δωδεκαετή διαδρομή της έμπνευσής τους, που εκκινώντας από το 2007 εξικνούνται μέχρι το 2019. Ο διαχωρισμός, εντούτοις, στις πέντε έντιτλες ενότητες δεν είναι δηλωτικός της χρονολογικής ιεράρχησης και εν πολλοίς της θεματικής τους ταξινομίας, πλην όσων αναφέρονται σε σύγχρονα ιστορικά γεγονότα οδυνηρών επιπτώσεων και δραματικά κοινωνικά στιγμιότυπα εγχώριων και οικουμενικών διαστάσεων. Ρηγματώδεις κλυδωνισμοί, θραύσματα και απομεινάρια μιας επισφαλούς ανθρώπινης ζωής και μιας ολοένα επίφοβης πραγματικότητας από τη σχάση της διάσπασης στην κοινωνική συνοχή και το ερεβώδες χάσμα του χάους σε δυστοπικούς καιρούς αλλοτρίωσης και ανύποπτων ανατροπών. Παραμορφωτικά κάτοπτρα θρυμματισμένων ειδώλων και φρικώδη μορμολύκεια δύσμορφων προσωπείων.
Ιδού, λοιπόν, η ομώνυμη πρώτη ενότητα της συλλογής «Ραγισμένοι Καθρέπτες», που εμβληματικά εικονογραφεί η αντανακλαστική σχηματοποίηση της αγαλματώδους γυναικείας μορφής με εμφανή τη ρωγμή της οφιοειδούς γραμμής ως τραυματική συγκόλληση του ακρωτηριασμένου προσώπου. Είναι οι καθρέπτες ακόμη των κυνικά απατηλών απεικασμάτων είτε σύμφωνα με την ακριβή πρόσληψη του ποιητικού υποκειμένου των «εωσφόρων με αγγελικά πρόσωπα και σαρδόνια χαμόγελα». Αν όμως η υπαινικτική αμφισημία των ψευδεπίγραφων αντικατοπτρισμών αφήνεται σκοπίμως να αιωρείται στο τελευταίο εδώ ποίημα, στο ομότιτλο προτελευταίο επιχειρείται η «Κατόπτευση» στο «φως του ήλιου», που φανερώνει μνήμες και μνημεία, χαραγμένα πρόσωπα και στοιχειωμένες ψυχές, «πασκίζοντας να ξορκίσουν τον οδυνηρό εφιάλτη» από τη μικρή μοιρασμένη, προφανώς, πρωτεύουσα της κυπριακής τραγωδίας. Και οδυνόμενη η ψυχή του ποιητή στην περιδιάβασή της, αίφνης ξαστερώνει στο ηλιοφώς της ελπίδας, αποδιώχνοντας «τα κατάμαυρα σύννεφα» του τουρκοσκλαβωμένου του τόπου· με την «Ευχή» να συντελεστεί επιτέλους η «τελευταία πράξη της δικαιοσύνης» και την προσευχή «Στον Απόστολο Ανδρέα», το «σωσίβιο ναυαγισμένων ψυχών», όπως με εγκαρτέρηση θρησκευτικής πίστης και κατάνυξη θεϊκής δύναμης διαπνέονται οι στίχοι του πρώτου και δεύτερου φερώνυμου ποιήματος.
«Μέσ’ από τις γρίλιες» επιγράφεται η επόμενη ενότητα, που σηματοδοτεί εικαστικά το απέναντι ξεθωριασμένο παραθυρόφυλλο της πολυκαιρίας και της εγκατάλειψης, όπως ανάγλυφα περιγράφουν δύο καθημερινές «Εικόνες» και οι «Άγγελοι στο Αιγαίο» των αντίστοιχων ποιημάτων. Ένα σαν πτώμα ακίνητο ανθρώπινο κορμί, εξουθενωμένο στην αυλή της Παναγίας Φανερωμένης και η γριά γυναίκα της αγωνιστικής θέλησης και της μαχόμενης επιμονής, καταφάσκοντας τη ζωή και μη ορροδώντας μπροστά στον θάνατο. Ενώ ηρωικό το χρέος της διάσωσης παιδιών «απ’ το μισοβυθισμένο πλεούμενο» της απόγνωσης.
Στα «Ανηφορικά Μονοπάτια» της τρίτης ενότητας διαβάζουμε ποιήματα του σπαραγμού και της ανοικτής πληγής με τη χαρακιά της τουρκικής εισβολής και της διαιωνιζόμενης κατοχής, που επωδύνως συνηχούν στην προμετωπίδα του πρώτου ποιήματος από παράθεμα του Χρονικού του Μαχαιρά. Τότε που οι ίδιοι κατακτητές «…ήρταν εις το Καρπάσιν και εκουρσέψαν το και πήραν πολλά χωρία και ανθρώπους…». Εξ ου και η «πενταδάκτυλη οργή» στις «Αποφράδες ώρες» και «ο θρήνος ο ατέλειωτος» στις «Βουβές καμπάνες» με την ταφή των λειψάνων μιας ξεκληρισμένης οκταμελούς οικογένειας, που βρέθηκαν το 2009 με δεκατρία άλλα γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους σε ομαδικό τάφο στο Παλαίκυθρο, καθώς επεξηγείται σε υποσημείωση του ποιήματος. Αλλά και όταν ταυτοποιήθηκαν τα οστά των δύο αγνοούμενων γιων του, «ο πατέρας δεν βρισκόταν πια εκεί», παρά μόνο «Το μεγάλο παράπονο», όπως το κατέθεσε στη μνήμη του το ποιητικό ανάθημα του Άγι Χαραλαμπίδη.
Πανανθρώπινες όμως οι μνήμες από το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Φουκοσίμα και τη Χιροσίμα της απώλειας χιλιάδων ζωών στα «Σημεία του Ορίζοντα» της προτελευταίας ενότητας. Και από τις φιλοσοφημένες «Μικρές Κλεψύδρες» αξιοσημείωτο μεταξύ άλλων το ψήγμα: «Σε κόκκο άμμου/ ισορροπούμε/ σ’ ένα κλάσμα αιωνιότητας/ απειροελάχιστο·/ είτε αργό/ είτε γοργό είναι το βήμα».