Την πρώτη ατομική έκθεση της Βρετανίδας/ Ελληνοκύπριας καλλιτέχνιδας Νταϊάνα Τέιλορ παρουσιάζει η γκαλερί Art Seen από την Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου, με επιμελήτρια τη Μαρία Στάθη. Η έκθεση φέρει τον τίτλο «Phantom Yarns».
Η έκθεση αποτελεί εξέλιξη του μακροχρόνιου ενδιαφέροντος της Τέιλορ για το πώς βιώνουμε και πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο σε μια εποχή υπερβολικού φόρτου πληροφοριών, όταν η αφθονία και η αδιάλειπτη πρόσβαση λειτουργούν ανταγωνιστικά προς την επιθυμία μας για τάξη και σαφήνεια.
Σύμφωνα με την ανεξάρτητη επιμελήτρια Ιζαμπέλ ντε Βασκονσέλος με το σύνολο του υλικού πολιτισμού στα χέρια μας, είμαστε πιο πολύ από ποτέ συνδεδεμένοι σε ένα οπτικό συνεχές που υπερβαίνει τα όρια του χώρου και του χρόνου. «Αυτή η διαθεσιμότητα έχει ενίοτε ως συνέπεια την παραμόρφωση της προοπτικής, αφήνοντάς μας μετέωρους σε έναν κόσμο εικόνων, με όλες τις επακόλουθες επιπτώσεις της αμηχανίας και του αποπροσανατολισμού».
- Λευκωσία, Art Seen (22006624). Εγκαίνια 15 Σεπτεμβρίου 6-9μ.μ. Μέχρι 22 Οκτωβρίου, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή 4-7.30μ.μ. Ξενάγηση της έκθεσης με τη καλλιτέχνη: Τετάρτη, 15/9 & Πέμπτη, 16/9 στις 7μ.μ.
Η πρακτική της Τέιλορ, που περιλαμβάνει ζωγραφική, μεταξοτυπία, κεντητική και τρισδιάστατη εκτύπωση, εμπλουτίζει αναλογικές απολαύσεις όπως η αφή, η πλούσια διαστρωμάτωση, το σκίσιμο και η ύφανση με φευγαλέες ιδιότητες του ψηφιακού κόσμου όπως η αφαίρεση, η επεξεργασία και η ατέρμονη μετάλλαξη. Τα έργα της έκθεσης «Phantom Yarns» διερευνούν την αντίληψη μιας δεδομένης στιγμής για το τι είναι σύγχρονο, μέσα από τη δοκιμή και την οικειοποίηση υλικών κάθε συγκεκριμένης εποχής. Η Τέιλορ χρησιμοποιεί υφάσματα, εικόνες επεξεργασμένες στο Photoshop, συρμάτινα πλέγματα και κείμενo, μεταξοτυπία, κολάζ, ζωγραφική, υφαντά και κεντήματα σε μεγάλης κλίμακας υφασμάτινες τρισδιάστατες συναρμογές ή σε μουσαμά.
«Χρησιμοποιώντας καταρχήν υφάσματα και έντυπες ή ψηφιακές εικόνες ως αναφορές στα έργα της, η Τέιλορ πρωτοδοκίμασε το ύφασμα ως υλικό κατά τη διάρκεια ενός προγράμματος φιλοξενίας καλλιτεχνών του Modern Art Oxford» παρατηρεί η Ιζαμπέλ ντε Βασκονσέλος. «Η έκθεση ‘Love Is Enough], σε επιμέλεια του Τζέρεμι Ντέλερ, διερεύνησε τον ρόλο της χειροτεχνίας, των βιομηχανικών διαδικασιών και της μαζικής παραγωγής μέσω έργων των Γουίλιαμ Μόρις και Άντι Γουόρχολ. Διστάζοντας να ζωγραφίσει δημόσια, η Τέιλορ επέλεξε, αντίθετα, να χρησιμοποιήσει τα τραπεζομάντιλα και τα κεντήματα της μητέρας της, καθώς και υφάσματα που βρήκε σε καταστήματα φιλανθρωπικών οργανισμών και χειροποίητων ειδών για να δημιουργήσει για την έκθεση τρισδιάστατες συναρμογές από ύφασμα. Στη συνέχεια, ξεκίνησε ένα διδακτορικό με πρακτική έρευνα στο Sheffield Hallam University, σε συνεργασία με τη William Morris Gallery του Λονδίνου».
Χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό και προϋπάρχουσες εικόνες, η Τέιλορ ανέκαθεν ενδιαφερόταν για τη δειγματοληψία και την ιδιοποίηση. Όπως και τον Μόρις, τη γοητεύει το πώς φτιάχνουμε πράγματα και πώς τα πράγματα, με τη σειρά τους, φτιάχνουν τον κόσμο μας.
Στους πρώτους της πίνακες, ανέτρεξε στις ελληνοκυπριακές της ρίζες και στα μνημεία της αρχαιότητας, στο κάλλος των αρχαίων θραυσμάτων και τον ρόλο που παίζουν στην ωραιοποίηση του παρελθόντος και τις αναγνώσεις του στο πέρασμα του χρόνου. Για την Τέιλορ, αυτά τα αποσπασματικά ίχνη μιλούν επίσης για τη γοητεία της φθοράς. Παράλληλα με αυτά τα έργα, η καλλιτέχνιδα ξεκίνησε την ενασχόλησή της με εικόνες από τις συνέπειες φυσικών καταστροφών, στις οποίες εσκεμμένα διατηρεί την ανωνυμία, ώστε να εκφράζουν την αφηρημένη και άχρονη έννοια της διάλυσης και της φθοράς.
Προκειμένου να επιταχύνει τη διαδικασία της αποσύνθεσης, υποβάλλει τις εικόνες της σε μια διαδικασία ψηφιακής διάβρωσης, ηθελημένα επαναλαμβάνοντας τυχαία σημάδια και pixel, που τα αντιμετωπίζει ως μια διαβρωμένη μονάδα πληροφορίας η οποία διαμοιράζεται και κυκλοφορεί στο διηνεκές. Για την ίδια, το ερείπιο λειτουργεί ως αλληγορία για τη δημιουργική διαδικασία, για τον ψυχαναγκασμό που την ωθεί να φθείρει, ή με κάποιο τρόπο να παρεμποδίσει, να διαγράψει και να διασπάσει την εικόνα προκειμένου τελικά να την ανακατασκευάσει.
«Υπάρχει μια ειρωνεία στο ότι εμποτίζει σκόπιμα με τόση ‘αποτυχία’ τα διακοσμητικά υφάσματα, που κανονικά προορίζονται να κάνουν το σπίτι μια ευχάριστη και φιλόξενη εμπειρία. Τα έργα της Νταϊάνα Τέιλορ ξύνουν το λούστρο που καλύπτει την καθημερινή ζωή ώστε να μας οδηγήσουν να συναισθανθούμε αλήθειες πιο σκοτεινές» γράφει ακόμη η ανεξάρτητη επιμελήτρια και παραγωγός.
Σχετικά με την καλλιτέχνιδα
Diana Taylor. Γενν. 1977 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Η Τέιλορ διεξάγει πρακτική έρευνα για το διδακτορικό της στο Πανεπιστήμιο Sheffield Hallam, σε συνεργασία με τη William Morris Gallery του Λονδίνου. Αποφοίτησε από το Slade School of Fine Art το 2010, με Master’s στις Καλές Τέχνες.
Στις πρόσφατες εκθέσεις της συμπεριλαμβάνονται: Can We Hold On, ατομική έκθεση στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης της Μαγιόρκας (Σεπτέμβριος 2018-Φεβρουάριος 2019) και οι ομαδικές εκθέσεις: Yesterday, Today and Forever: Επέτειος 5 χρόνων, Art Seen Contemporary, Λευκωσία, Κύπρος, επιμέλεια: Μαρία Στάθη· Contemporary British Painting Prize, ASC Gallery, Λονδίνο· A Strange Weave of Time and Space, επιμέλεια: Jeanine Griffin (2020), Site Gallery Project Space, Sheffield, & Project Space Plus, Lincoln University· Attempts to Escape, Art Seen Contemporary, Λευκωσία, Κύπρος, επιμέλεια: Μαρία Στάθη· Re-Assemble, Collyer Bristow Gallery, Λονδίνο (2019).
Έχει συμμετάσχει στα προγράμματα φιλοξενίας καλλιτεχνών: CCA Andratx, (2018, 2012)· The Factory Floor, Modern Art Oxford (2015), σε συνδυασμό με την έκθεση Love is Enough: Warhol and Morris, επιμέλεια: Jeremy Deller.
Το 2015 ήταν υποψήφια για το βραβείο ανερχόμενου καλλιτέχνη ConverseXDazed. Το 2011 η Taylor έλαβε την υποτροφία ζωγραφικής Abbey στη Βρετανική Σχολή στη Ρώμης και την ίδια χρονιά φιλοξενήθηκε ως μόνιμη καλλιτέχνιδα στο στούντιο των East London Printmakers.
Έργα της βρίσκονται στις συλλογές Soho House Mumbai, V&A Museum Print Collection, The British Library (Slade Print Project) και Morgan Stanley Public Collection, καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές.