Φόρο τιμής σε έναν γίγαντα της κλασικής μουσικής, τον Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, αποτίει η Συμφωνική Ορχήστρα με την πολυαναμενόμενη σειρά συναυλιών «Αυτοκρατορικό» σε Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό, με φιλοξενούμενο τον διεθνούς φήμης πιανίστα Μαρτίνο Τιρίμο.
Φέτος η ανθρωπότητα γιορτάζει το Έτος Μπετόβεν και από τις 22 μέχρι τις 24 Οκτωβρίου η ΣΟΚ παρουσιάζει ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, το «Αυτοκρατορικό» 5ο Κοντσέρτο για Πιάνο. Παράλληλα, παρουσιάζεται η λαμπρή Δεύτερη Συμφωνία του Καμίλ Σεν- Σανς, ένα έργο γεμάτο φαντασία και νεανική ενέργεια. Δύο θεϊκά αριστουργήματα κάτω από τη στιβαρή μπαγκέτα του Μαλτεζο-καναδού μαέστρου Τσαρλς Ολιβιέρ Μανρό. Οι συναυλίες πραγματοποιούνται με τη συνεισφορά του Ινστιτούτου Γκαίτε.
Πρόγραμμα
L. v. Beethoven: Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 5 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 73 «Αυτοκρατορικό»
C. Saint-Saëns: Συμφωνία αρ. 2 σε Λα ελάσονα, έργο 55
Συναυλίες
- Λευκωσία, Δημοτικό Θέατρο, Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, 8.30μ.μ. 22463144
- Λάρνακα, Δημοτικό Θέατρο, Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, 8.30μ.μ. 77777745
- Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, Σάββατο 24 Οκτωβρίου, 8.30μ.μ. 77777745
Εισιτήρια: cyso.org.cy
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την ανακοίνωση των νέων περιοριστικών μέτρων ασφάλειας που καθορίζουν τον μέγιστο αριθμό ατόμων για εκδηλώσεις σε εσωτερικούς χώρους σε 75, οι επηρεαζόμενες συναυλίες Οκτωβρίου «Κλασικά Αριστουργήματα» και «Αυτοκρατορικό» θα μεταδοθούν σε streaming από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου, το οποίο θα είναι διαθέσιμο για θέαση για 30 μέρες. Το streaming θα αναρτηθεί εντός της βδομάδας μετά τις συναυλίες.
Ο Τιρίμος και ο Μπετόβεν
Πριν από μερικούς μήνες ο Κύπριος πιανίστας Μαρτίνος Τιρίμος κατέθεσε μια εργασία με ορίζοντα δεκαετίας και διάρκεια που ξεπερνά τις 20 ώρες. Η κασετίνα με τα 16 CD που περιλαμβάνει τα άπαντα του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν για πιάνο συγκαταλέγεται στις κορυφαίες και πλέον φιλόδοξες ηχογραφήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, είχε δώσει συνέντευξη τον περασμένο Απρίλιο στον «Φιλελεύθερο» όπου μιλώντας για τον Μπετόβεν είχε πει: «Δεν είχε απλώς χάρισμα. Ο άνθρωπος αυτός εργάστηκε επίμονα και μεθοδικά, πιο πολύ από τους περισσότερους συνθέτες. Για τον Μότσαρτ, ήταν όλα πιο εύκολα. Μπορούσε να δει μπροστά του τη σύλληψη ενός ολόκληρου έργου πριν αρχίσει. Ήταν φυσικό ταλέντο. Ο Μπετόβεν εργαζόταν σκληρά. Υπάρχουν αμέτρητα σκίτσα και προσχέδια για κάθε έργο. Ανέλυε την κάθε λεπτομέρεια. Ήταν δύσκολο και μεγάλο το ταξίδι από τις πρώτες ιδέες μέχρι την τελευταία νότα που τελικά έβαζε σε μια σύνθεση. Όμως, το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό».
Ο καταξιωμένος πιανίστας σημείωσε επίσης ότι ο Γερμανός συνθέτης ήταν ένας άνθρωπος πολύπλοκος, αλλά και διαβασμένος. Κατασταλλαγμένος, αλλά και με ανοιχτούς ορίζοντες. «Αρκετοί μουσικολόγοι προτείνουν νέες έρευνες, έχουν ανακαλυφθεί καινούρια στοιχεία. Από την πλευρά μου, εγώ παρουσιάσα έργα του που δεν παίζονται. Πάντα υπάρχει υλικό που μπορεί να αναδειχθεί, είναι ανεξάντλητος».
Το Αυτοκρατορικό Κονσέρτο
Το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 73 ήταν το τελευταίο κοντσέρτο που συνέθεσε ο Μπετόβεν (1808–9). Ένα έκτο (σε Ρε μείζονα) που χρονολογείται από το 1815 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Συνήθως, ο Μπετόβεν σκόπιμα καθυστερούσε τη δημοσίευση των κονσέρτων του για πιάνο, κρατώντας τα έτσι αποκλειστικά για δική του χρήση λέγοντας ότι «η Μουσική πολιτική απαιτεί ότι τα καλύτερα κονσέρτα πρέπει να παρακρατούνται από το δημόσιο για λίγο χρόνο». Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, η επιδείνωση της κώφωσης του ώθησε τον συνθέτη να επιτρέψει άμεση δημοσίευση. Αυτό εξηγεί γιατί ο Μπετόβεν συμπεριέλαβε στην παρτιτούρα όλα τα μέρη που διαφορετικά ο σολίστ θα αυτοσχεδίαζε, και τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του έργου. Η πρώτη παράσταση πραγματοποιήθηκε ιδιωτικά, στις 13 Ιανουαρίου 1811 στο παλάτι του πρίγκηπα Ιωσήφ Λομπκόβιτς στη Βιέννη από τον μαθητή και προστάτη του συνθέτη, Αρχιδούκα Ροδόλφο (1858–1889). Η πρώτη δημόσια παρουσίαση δόθηκε στις 28 Νοεμβρίου του ιδίου έτους στη Λειψία από τον πιανίστα Φρίντριχ Σνάιντερ (1786–1853), ενώ ο μαθητής του Μπετόβεν Καρλ Τσέρνι (1791–1857) παρουσίασε το Κοντσέρτο στη Βιέννη το Φεβρουάριο του 1812. Το ψευδώνυμο «Αυτοκρατορικό» φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα από το Λονδρέζο εκδότη Johann Baptist Cramer.
Το έργο παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της μέσης περιόδου του Μπετόβεν που συνήθως αναφέρεται ως το «ηρωικό» στιλ και συμπεριλαμβάνει έργα σπλαχνικής δύναμης που ενσαρκώνουν έναν αγώνα ενάντια στις αντιξοότητες ο οποίος πάντα καταλήγει σε θρίαμβο. Όπως παρατήρησε ο Άλφρεντ Αϊνστάιν, το έργο διακρίνεται από ένα «εμφανές» «στρατιωτικό ύφος», το οποίο ο Μπετόβεν φαίνεται να έχει υιοθετήσει από τον Τζιοβάνι Μπατίστα Βιότι (1755–1824). Αυτό το «στρατιωτικό ύφος» αναδύεται μέσα από ένα τολμηρά εξελισσόμενο μέτρο που αποτελείται από μοτίβα παρεστιγμένων ρυθμών σε θέση άρσης (αν και κάποιες πιο ευαίσθητες στιγμές υπάρχουν επίσης). Στο βαθυστόχαστο «Adagio σε Σι μείζονα», ο σολίστας συλλογίζεται ήσυχα στο όμορφο και γαλήνιο εισαγωγικό ορχηστρικό θέμα. Σε αντίθεση με άλλα από τα πρόσφατα έργα του, ο Μπετόβεν παρουσιάζει τη τονικότητα και υπονοεί το κύριο θέμα του φινάλε, ενώ εξακολουθεί να είναι στο έδαφος της δεύτερης κίνησης. Με αυτό το τρόπο οι δύο τελικές κινήσεις αλληλεπικαλύπτονται αντί απλά να ενώνονται. Το φινάλε είναι σε μορφή σονάτας-ρόντο με ένα ζωντανό και περήφανο στο χαρακτήρα κύριο θέμα.
Η 2η Συμφωνία του Σεν Σανς
Ο Καμίλ Σεν- Σανς (1835–1921) ήταν αναμφισβήτητα ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα στο γαλλικό μουσικό χώρο κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Μεταξύ των σύγχρονων Γάλλων συνθετών ήταν μοναδικός στο ότι έγραψε για σχεδόν όλα τα είδη, όπως όπερες, συμφωνίες, κοντσέρτα, τραγούδια, θρησκευτική και κοσμική χορωδιακή μουσική, έργα για σόλο πιάνο και μουσική δωματίου. Παρά την παραγωγικότητα του όμως, ήταν μάλλον ένας συντηρητικός συνθέτης ο οποίος παρέμεινε πιστός στην παράδοση και τις παραδοσιακές μορφές. Είναι ατυχές το γεγονός ότι σήμερα μόνο μερικά από τα έργα του παρουσιάζονται με κανονικότητα στις συναυλίες. Από τις συμφωνίες του, εκτελείται σχεδόν μόνο η Συμφωνία αρ. 3 «του Εκκλησιαστικού Οργάνου». Στην πραγματικότητα, είχε συνθέσει πέντε συμφωνίες, εκ των οποίων μόνο οι τρεις είναι αριθμημένες. Η ελάχιστα γνωστή Συμφωνία αρ. 2 σε Λα ελάσονα, έργο 55 (1859), την οποία έγραψε όταν ήταν 23 χρονών, είναι στην πραγματικότητα η τέταρτη του.
Η Συμφωνία είναι ένα λαμπρό και ώριμο έργο, νεανικό στην ενέργεια και παραδοσιακό στη δομή, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα φαντασία, εφευρετικότητα και κομψότητα. Στο σύνολό της, η Συμφωνία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ορχηστρικής οικονομίας, αυστηρής αντίστιξης και κυκλικής ενότητας. Η πρώτη κίνηση αρχίζει με μια δραματική και επιβλητική αργή εισαγωγή που αποτελείται από μιαν αλυσίδα φθίνουσων τρίτων προμηνύοντας την Τέταρτη Συμφωνία του Μπραμς που θα γραφτεί χρόνια μετά (1884). Στη συνέχεια, η ιδέα των φθίνουσων τρίτων περιπλανιέται διαμέσου διαφορετικών σόλο οργάνων προτού αποκαλύψει την πραγματική της φύση και μεταβληθεί ως η βάση μίας ευδιάθετης φυγής που είναι και ταυτόχρονα το κυρίως θέμα.
Σύμφωνα με τον Κιθ Χόρνερ, «ο νεαρός συνθέτης χειρίζεται [το υλικό του] με μεγάλη αυτοπεποίθηση, διατηρώντας την ευδιαθεσία, τη διαύγεια της υφής και την ορμή, καθώς δομώντας το Allegro appassionato στο πλαίσιο μιας ουσιαστικά παραδοσιακής συμφωνικής πρώτης κίνησης». Η σύντομη αργή κίνηση που ακολουθεί μας παραπέμπει στην κομψότητα χαρακτηριστική του δέκατου όγδοου αιώνα, ίσως χάρη στους χαριτωμένους ρυθμούς siciliano που τη συνοδεύουν, καθώς και με συχνές νύξεις στο ύφος ενός μενουέτου. Επιπρόσθετα, η ελαφριά ενορχήστρωση της, της προσδίδει ένα μάλλον διστακτικό και ευαίσθητο χαρακτήρα. Η τρίτη κίνηση είναι ένα φλογερό σκέρτσο που ακολουθεί την παράδοση του Μπετόβεν, με ένα παραδοσιακά αντιθετικό τρίο· στη συνέχεια, απροσδόκητα, το πρώτο θυελλώδες τμήμα δεν επιστρέφει και η μουσική σταδιακά σβήνει. Το φινάλε είναι μια ταραντέλα σε μορφή ρόντο που στροβιλίζει αμέριμνα γεμάτη κατεύθυνση και ενέργεια, αυτήν τη φορά στο ύφος του Mendelssohn. Προς το τέλος, αναμνήσεις από την αργή κίνηση ανακαλούνται απροσδόκητα προτού η κίνηση κλείσει με μιαν έντονη και αποφασιστική κόντα.
(Σημειώσεις από τον Νικόλα Κωνσταντίνου)
Ο Μαρτίνος Τιρίμος
Καλλιτέχνης παγκοσμίας φήμης, η καριέρα του Μαρτίνου Τιρίμου άρχισε νωρίς. Σαν παιδί θαύμα παρουσιάστηκε τόσο σαν πιανίστας όσο και σαν μαέστρος και στα 12 του διηύθυνε την ‘La Traviata’ επτά φορές σε φεστιβάλ Όπερας στη Κύπρο με ορχήστρα και σολίστες από την Σκάλα του Μιλάνου. Το φθινόπωρο του 2019 κυκλοφόρησε ένας μοναδικός κύκλος: τα άπαντα πιανιστικά έργα του Beethoven, σε κουτί με 16 CDs, ηχογραφημένα στο Gewandhaus της Λειψίας. O διεθνής τύπος το χαιρέτησε θριαμβευτικά: ‘an incredible achievement’ (American Record Review), ‘a unique complete set’ (Artamag, France), ‘a major recorded achievement’ (Gramophone, UK), ‘majestic, supreme, sublime’ (Fanfare, USA).
Προσήλκυσε την προσοχή του κόσμου το 1971/2 όταν κέρδισε τους διεθνείς διαγωνισμούς στο Μόναχο και στη Γενεύη και έκτοτε παρουσιάστηκε με τις περισσότερες κορυφαίες ορχήστρες της Αμερικής και Ευρώπης, όπως τη Φιλαρμονική Βιέννης, και με τους μεγαλύτερους μαέστρους.
Μόνο το 2010 έδωσε 100 συναυλίες και μετά που ερμήνευσε όλο το πιανιστικό έργο του Σοπέν στο Kings Place του Λονδίνου σε σειρά 10 συναυλιών, το Arts Desk περιέγραψε τις συναυλίες «a colossal feat». Οι πολυάριθμες ηχογραφήσεις του για την EMI, Warner, και άλλες εταιρίες περιλαμβάνουν λα τα έργα για πιάνο του Μότσαρτ, Ντεμπισί, Γιάνατσεκ, Σούμπερτ και τα Κοντσέρτα του Μπραμς, Σοπέν, Μότσαρτ, Ραχμάνινοφ και Τίπετ (με μαέστρο τον Τίπετ). Tο 1995 του απενεμήθη ο Χρυσός Δίσκος για το Rachmaninov Concerto 2 και ‘Paganini’ Rhapsody, ένα από τα καλύτερα ευπώλητα της ΕΜΙ .
Σαν μαέστρος εμφανίσθηκε με την English Chamber, Academy of St. Martin in the Fields, Prague Chamber και συχνά με την Φιλαρμονική της Δρέσδης. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν μουσική για την ταινία «η Οδύσσεια». Από το 2002 περιοδεύει εκτεταμένα με το Τρίο του, το Rosamunde Trio. Επίσης, 12 από τους ταλαντούχους μαθητές του κέρδισαν πρώτα βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς. Στα διεθνή σεμινάρια του, πρόσφατα στην Ιαπωνία, Κίνα Ιταλία και ΗΠΑ, απέκτησε το όνομα ενός μεγάλου ‘master’ ο οποίος εμπνέει τον πιανίστα ν’ανεβεί σε ψηλότερα επίπεδα έκφρασης. H έκδοση του των 21 Σονάτων του Schubert κυκλοφορεί από την Wiener Urtext Edition.
To ρεπερτόριο του περιλαμβάνει 80 κοντσέρτα και σχεδόν όλα τα έργα των μεγάλων συνθετών. Εκτός Ευρώπης, περιοδεύει συχνά στην Ιαπωνία και Κίνα ως και στην Αμερική. Το 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Νέμιτσα για διάκριση στις Τέχνες και Επιστήμες.
Πηγή: philenews