Καθώς ο Ερντογάν έριχνε την Αμμόχωστο στη σκακιέρα, ο Στέφανος Καράμπαμπας αποτύπωνε τις γειτονιές της στον καμβά του. Με ένα τρόπο σχεδόν προφητικό. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Στέφανος Καράμπαμπας αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στην Αμμόχωστο. Αν και την μέχρι πρότινος περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου τη γνώρισε μόνο μέσα από φωτογραφίες της εποχής και περιγραφές Αμμοχωστιανών κατάφερε να αποδώσει την ατμόσφαιρα και το κλίμα της εποχής πριν το 1974 με έναν απόλυτα ρεαλιστικό και συνάμα βαθιά συναισθηματικό τρόπο. Στην αρχή, οι πίνακες του, σαν καρτ ποστάλ, ανέδυαν έντονο το αίσθημα της νοσταλγίας. Στη νέα του δουλειά, η πόλη μοιάζει να απομακρύνεται. Ο καλλιτέχνης την κοιτά μέσα από ένα φίλτρο. Ένα φίλτρο που ενίοτε εμφανίζεται σαν πίξελ μπροστά από την εικόνα και άλλες φορές είναι λες και κοιτάζει μέσα από venetian blinds ή το άνοιγμα κάποιου παραθύρου. Τα χρώματα δε, στο μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του, παίρνουν το χρώμα του δειλινού. Και σε έναν πίνακα, με τίτλο “Target”, η εικόνα του τοπίου αντικρίζεται μέσα από δύο κόκκινους κύκλους που σχηματίζουν ένα στόχο, λες και αυτό που βλέπεις είναι μέσα από το κάτοπτρο ακροβολιστή. Αν και οι συμβολισμοί αυτοί, μετά το άνοιγμα της πόλης από το κατοχικό καθεστώς, μπορούν να τύχουν ξεκάθαρης ερμηνείας, ο καλλιτέχνης εξηγεί πως η δουλειά αυτή ήταν έτοιμη πριν από μήνες αλλά η έκθεση αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας.   

Κατά τα άλλα, η καλλιτεχνική γραφή του Καράμπαμπα παραμένει η ίδια. Με ευαισθησία και νοσταλγία περιγράφει το Βαρώσι αλλά και την εντός των τειχών Λευκωσία του χθες καθώς και άλλα τοπία, φέρνοντας τον σύγχρονο θεατή σε επαφή με έναν τόπο και έναν κόσμο που χάνεται ή έχει χαθεί.

Η πρώτη επαφή με την Αμμόχωστο έγινε το 2010 όταν παρουσίασε, μαζί με την Κατερίνα Ατταλίδου, το έργο «Σύλληψη Πόλης» και ακολούθησε η έκθεση «Αμμόχωστος: Μνήμες». Κεντρικός άξονας τόσο στην προηγούμενη δουλειά του, όσο και στην παρούσα, είναι η μνήμη, όχι ως προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά ως ένα όχημα για το μέλλον. Για αυτό και στόχος του είναι όπως τα έργα του μπουν σε σπίτια ώστε «να παραμείνει ζωντανή η πόλη της Αμμοχώστου, ως μια πόλη ζωντανή, χωρίς τη βαριά σκιά της κατοχής».

Το λιμάνι, η αγορά, τα τείχη, τα ξενοδοχεία, οι παραλίες, τα πολυτελή αυτοκίνητα της εποχής του ’60, οι χειρόγραφες ταμπέλες, τα αρχοντικά, τα γραφικά δρομάκια, συνθέτουν ένα νοσταλγικό τοπίο. Δεν περιορίζεται όμως μόνο στην πόλη. Ένα κατακίτρινο από τις λαψάνες χωράφι την Άνοιξη ή ένα κόκκινο λιβάδι από παπαρούνες κάπου έξω από το Ριζοκάρπασο γίνονται μέρος της δουλειάς του, συμπληρώνοντας τον γνώριμο όγκο των κτηρίων της παραλίας. Τα οποία για τον καλλιτέχνη είναι ένα οργανικό κατασκεύασμα, ένδειξη μιας πόλης που ευημερούσε. Ο ευαίσθητος θεατής μπορεί να δει μέσα από τα νοσταλγικά τοπία την αλληγορία και τα αδιέξοδα. «Η Αμμόχωστος», λέει ο καλλιτέχνης, «δεν είναι το κουφάρι μιας νεκρής πόλης αλλά μια μούσα. Είναι μια πόλη μαγική και ας ζει χωρίς εμάς». Αρχικά, αν και η ενασχόληση με την κατεχόμενη πόλη λειτούργησε ως ένα τελετουργικό κάθαρσης και επανασύνδεσης με τον τόπο, αυτή τη στιγμή το άνοιγμα της δημιουργεί ένα κόμπιασμα. Η επίσκεψη σε αυτήν στο ρόλο του θεατή προϋποθέτει μια συναισθηματική δοκιμασία, την οποία αυτή τη στιγμή ο ίδιος θα επιθυμούσε να μην υποστεί. «Είναι περίεργο να βρεθώ να περπατώ μέσα στους πίνακες μου», μας λέει. «Θα ήθελα το άνοιγμα της Αμμοχώστου να βιωθεί σαν μια γιορτή όπου μαζί θα ζωντανεύαμε ξανά την πόλη». 

Η έκθεση με τίτλο “Πόλη του Ανατέλλοντος Ήλιου”, παρουσιάζεται στην Alpha C.K. Art Gallery. Θα διαρκέσει μέχρι τις 31 Οκτωβρίου.  

 

 

 

Φιλελεύθερα, 25.10.2020.