Βάση του μουσείου αποτέλεσε η συλλογή που διατηρούσε ο οπτικός και ερασιτέχνης ηθοποιός Νίκος Σ. Νικολαΐδης (1909-1989). Δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, δώρισε τη συλλογή του στον Δήμο Λεμεσού θέτοντας έτσι τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός Θεατρικού Μουσείου.
 
Για να γίνει πραγματικότητα χρειάστηκε η δωρεά του Πάνου Σολοµωνίδη με την οποία αγοράστηκε το λιθογραφείο Κουβά που µετατράπηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο Πάνος Σολοµωνίδης. Εδώ στεγάστηκε το Θεατρικό Μουσείο Κύπρου, το οποίο εκτός από το αρχείο Νικολαΐδη, περιλαµβάνει το αρχείο του Γεώργιου Φιλή αναφορικά µε τον Οργανισµό Θεατρικής Ανάπτυξης Κύπρου (ΟΘΑΚ), το φωτογραφικό αρχείο του Γιώργου Βατυλιώτη, υλικό από το αρχείο του ΘΟΚ (που είναι συνδημιουργός του Μουσείου), καθώς και υλικό από επαγγελµατίες του θεάτρου και θιάσους που δώρισαν ή παραχώρησαν επί δανείω αντικείµενα. 
Ο χώρος καταλαμβάνει 500 τ.μ. ο οποίος στη διαμόρφωσή του αντιμετωπίστηκε ως μία θεατρική παράσταση που εξελίσσεται σε τρεις πράξεις: Ιστορία, Συντελεστές, Παράσταση. Μια κεντρική διαγώνια προθήκη φράζει οπτικά την αποκάλυψη του χώρου δημιουργώντας ταυτόχρονα ανοίγματα και στενώματα και καθοδηγώντας έτσι τον επισκέπτη μέσα από μία πορεία. Με τον τρόπο αυτό η μετάβαση από τη μια ενότητα στην άλλη γίνεται σταδιακά αφήνοντας την εμπειρία να κλιμακωθεί σταδιακά.

Εν αρχή είναι η «Ιστορία». Πρόκειται για µια αναδροµή σε σηµαντικούς σταθµούς της θεατρικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Ένα φυλλάδιο από επίσκεψη ελληνικού θιάσου το 1912 και ένα κοστούµι του Νίκου Σ. Νικολαΐδη αποτελούν µερικά από τα παλαιότερα αντικείµενα της συλλογής στην ενότητα αυτή. Η επάλληλη τοποθέτηση καθρεφτών, προθηκών και γραφιστικών επιφανειών δημιουργεί ένα παιχνίδι «παράθεσης γνώσης» και αντικατοπτρισμών, καθιστώντας τον ίδιο τον επισκέπτη μέρος της μνήμης.

Στη δεύτερη ενότητα, «Συντελεστές», προβάλλονται πτυχές της θεατρικής παραγωγής οι οποίες είναι συνήθως άγνωστες στο κοινό. Φωτογραφίες, µακέτες, σκίτσα, κοστούµια, αφίσες και οπτικοακουστικό υλικό αποτελούν το περιεχόµενο της ενότητας, η οποία εστιάζει στα βασικά στάδια µιας παραγωγής. Μέσα από τα εκθέµατα διαφαίνεται η συνάντηση όλων εκείνων των επί μέρους τεχνών που συνθέτουν το θέατρο. Σκίτσα του Τηλέµαχου Κάνθου από τη δεκαετία του 1940, ένα κοστούµι του Χορού από τον Αίαντα (ΘΟΚ, 1973), µια µακέτα από «Το νερόν του Δρόπη» (ΘΟΚ, 1974) είναι µερικά παραδείγματα. Ένα film strip με φωτογραφίες από την προετοιμασία μιας παράστασης αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα.
Στην υπό-ενότητα σκηνογραφία /ενδυματολογία το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον συνδυασμό υλικών, ευτελών και μη, που αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα ενός κοστουμιού, θεατρικού αντικειμένου ή σκηνικού και την επεξεργασία του μέσα από τη μακέτα ή το σκίτσο.
Δύο αναπαραστάσεις σκηνικών εφαρμόζονται στο πάτωμα των διαδρόμων (περιμετρικά του αρχείου) τοποθετώντας τον επισκέπτη στην εμπειρία του σκηνικού και δίνοντας του τον ρόλο ενός «θεατρικού συντελεστή». [«Περιμένοντας τον Γκοντό», Θεατράκι ΡΙΚ, 1971 (σκηνοθεσία Εύη Γαβριηλίδη, Σκηνικά Ν. Λιοδάκη) και «Πλούτος» του Αριστοφάνη από την παράσταση του 1980, (σκηνοθεσία Νίκος Χαραλάμπους, Σκηνικά Γιώργος Ζιάκας].
Στον ενδιάμεσο χώρο μετά την προετοιμασία και πριν την παράσταση, τοποθετείται το κύριο διαδραστικό «έκθεμα» του μουσείου, «το καμαρίνι». Ένα τραπέζι με διάφανα συρτάρια με είδη μακιγιάζ και αξεσουάρ βεστιαρίου, ο τυπικός καθρέφτης, θεατρικά αξεσουάρ και κοστούμια διαφορετικών εποχών, ειδών και τεχνοτροπιών που σχεδιάστηκαν από την Έλενα Κατσούρη, προσκαλούν τον επισκέπτη να αυτοσχεδιάσει. Ο επισκέπτης μπορεί να ντυθεί, να ανέβει σε μια μικρή σκηνή για να παρουσιάσει, μόνος ή με άλλους… τη δική του παράσταση. Μια κονσόλα φωτισμού μάλιστα, είναι στη διάθεση των επισκεπτών, που μπορούν ακόμα και να ρυθμίζουν τα φώτα.
Η μετάβαση από την ενότητα των συντελεστών στην ενότητα της «παράστασης» γίνεται με μια αναφορά στο παιδικό θέατρο. Κι η αφήγηση ολοκληρώνεται με την «Παράσταση» όπου παρουσιάζονται κυρίως συνθέσεις κοστουμιών από εμβληματικές παραστάσεις όπως το κοστούµι της Μάνας Κουράγιο από την ομώνυμη παράσταση του ΘΟΚ το 1977, καθώς και τα κοστούµια από τις Ικέτιδες του ΘΟΚ (1978). 
Το Μουσείο διακρίθηκε πρόσφατα για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της μόνιμης έκθεσης στο A’ Design Award 2020. Τον σχεδιασμό έκανε η Σκεύη Φαραζή. Τη μουσειολογική μελέτη έκανε η Σοφία Αντωνιάδου και τη μελέτη φωτισμού ο Δάκης Σεβαστίδης. 

chrystalla@phileleftheros.com