Με τις συνεχώς αυξανόμενες ροές εκτοπισμένων στον κόσμο, αναφύεται -ανάμεσα σε άλλα- κι ένα παράλληλο σύμπαν. Ένα σύμπαν με πόλεις από πρόχειρα καταλύματα, τα οποία έχουν στηθεί για να εξυπηρετήσουν προσωρινές ανάγκες, αλλά ουδέν μονιμότερο του προσωρινού.

Ο αριθμός των εκτοπισμένων έχει ξεπεράσει τα 70 εκατομμύρια και αποτελεί τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων που έχει καταγραφεί ποτέ. Μεγάλο μέρος των ανθρώπων αυτών βρίσκουν καταφύγιο σε γειτονικές (ή και πιο μακρινές) χώρες όπου στήνονται πρόχειρα οικισμοί. Ενώ όμως οι οικισμοί προορίζονται για να εξυπηρετήσουν έκτακτες ανάγκες, ξεπερνούν κατά πολύ την ημερομηνία λήξης τους. Ο μέσος όρος ζωής τέτοιων δομών, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, κυμαίνεται από 7 έως 17 χρόνια.

Στημένοι σύμφωνα με προδιαγραφές του ΟΗΕ, οι οικισμοί αυτοί έχουν μοναδικό σκοπό την προσωρινή φιλοξενία. Για αυτό και είναι φτιαγμένοι έτσι ώστε να καλύπτουν βασικές ανάγκες επιβίωσης, αλλά όχι βιώσιμης διαβίωσης. Έχοντας να αντιμετωπίσουν πολλές προκλήσεις όπως η έλλειψη επαρκούς παροχής νερού, το σκληρό κλίμα, η φτώχεια, μετατρέπονται γρήγορα σε αποξενωμένες παραγκουπόλεις. Προκειμένου να μειωθεί η πιθανή τριβή με τις κοινότητες υποδοχής, οι περισσότερες κυβερνήσεις απαγορεύουν στους πρόσφυγες να διακινηθούν έξω από τους χώρους φιλοξενίας τους. Το αποτέλεσμα είναι να πολλαπλασιάζονται, αντί να περιορίζονται, τα προβλήματα. Με πυκνή δόμηση για να μειωθεί η εδαφική έκταση τους, καταλήγουν εστίες αναπαραγωγής ασθενειών και υπόθαλψης εγκλημάτων. Με άλλα λόγια, αδιαπέραστα και επικίνδυνα εδάφη.

Το ζήτημα που είδαμε να αναφύεται και στον τόπο μας, με τον καταυλισμό Πουρνάρα, δεν αποτελεί κάτι νέο ή μοναδικό. Σε άρθρο της η Archdaily, με αφορμή την Διεθνή Ημέρα Προσφύγων που έχει καθοριστεί για τις 20 Ιουνίου, αναφέρεται σε διάφορους προσφυγικούς οικισμούς, κάποιοι εκ των οποίων εξελίσσονται σε πόλεις. Ένας από αυτούς είναι ο Dadaab στην Κένυα. Αρχικά στήθηκε ως προσωρινός χώρος για πρόσφυγες που διέφυγαν το 1991 από τον εμφύλιο στη Σομαλία, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα σύμπλεγμα πέντε στρατοπέδων με αποτέλεσμα να μετατραπεί στην τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, μετά τη Ναϊρόμπι και τη Μομπάσα.

Σήμερα έχει πληθυσμό 217.511 πρόσφυγες και αιτητές ασύλου, εκ των οποίων αρκετοί δεν γνώρισαν άλλο σπίτι. Ο Dadaad αποτελεί πλέον μία αυτόνομη κοινότητα με εκλεγμένους εκπροσώπους που διαχειρίζονται τα προβλήματα, από την υγιεινή έως την ασφάλεια. Ταυτόχρονα, πρόσφυγες δημιούργησαν επιχειρήσεις με αποτέλεσμα ο μεγαλύτερος καταυλισμός προσφύγων στον κόσμο να έχει μετατραπεί σε εμπορικό κόμβο, εισφέροντας μάλιστα ένα σημαντικό ποσό σε φόρους στη χώρα.

Στην Κένυα βρίσκεται επίσης ο οικισμός Kalobeyei, που ιδρύθηκε το 2015 και στεγάζει κυρίως πρόσφυγες από το Νότιο Σουδάν. Αν και στήθηκε για 70.000 άτομα, το 2015 είχε πληθυσμό 183.000 άτομα. Μέρος του σχεδιάστηκε από τον διεθνούς φήμη αρχιτέκτονα Shigeru Ban, ο οποίος καταπιάνεται με τη δημιουργία βιώσιμων καταφυγίων που απαιτούν μικρή τεχνική επίβλεψη, χρήση τοπικών υλικών και εύκολη συντήρηση.

Ο εν λόγω οικισμός προωθεί την αυτονομία των προσφύγων παρέχοντάς τους καλύτερες ευκαιρίες επιβίωσης στα πλαίσια ενός σχεδίου 14ετούς δράσης που ξεκίνησε το 2018. Στόχος είναι η μείωση της εξάρτησης σε ανθρωπιστική βοήθεια και η στήριξη των προσφύγων για δραστηριοποίηση και επίτευξη βιώσιμων λύσεων, σε συνεργασία με δημόσιους φορείς, επιχειρηματίες και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Με τον τρόπο αυτό θα βοηθηθούν τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι κοινότητες υποδοχής.

Άλλο παράδειγμα είναι ο Zaatari στην Ιορδανία, ο οποίος θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα προσφύγων στον κόσμο. Σε άρθρο των New York Times σημειώνεται πως «είναι εκπληκτικό να βλέπεις, το Zaatari να διαμορφώνεται σε μια άτυπη πόλη 85.000 κατοίκων, με μια αναπτυσσόμενη οικονομία που κάτω από τις περιστάσεις, πλησιάζει στην ομαλότητα, αν και κάθε πρόσφυγας θέλει να επιστρέψει στο σπίτι του».

Στην πραγματικότητα, οι πρόσφυγες -συριακές και ιρακινές οικογένειες- μεταμορφώνουν και προσαρμόζουν το περιβάλλον για να εξυπηρετήσουν βασικές τους ανάγκες. Ενώ πολλοί από τους οικισμούς παραμένουν δομές από σκηνές, στην περίπτωση του Zaatari, τα παλαιότερα τμήματα απέκτησαν δρόμους, πλακόστρωτα, ηλεκτρικούς στύλους, υπονόμους, αυλές, καταστήματα. Σε αντίθεση είναι το Azraq (επίσης στην Ιορδανία), το οποίο αν και φτιάχτηκε με καλύτερες υποδομές, παραμένει σχεδόν άδειο αφού τοποθετήθηκε στη μέση του πουθενά ώστε να αποτρέψει τους πρόσφυγες να έχουν επαφή με τις κατοικημένες περιοχές.

chrystalla@phileleftheros.com