Η επομένη των εκλογών βρήκε το Ζάλογγο να επιστρέφει σε μια παγιωμένη εδώ και αιώνες πραγματικότητα.

Τα ψυγεία έκαναν τον συνήθη θόρυβο, η Λίτσα σκούπιζε αμίλητη, ο πρόεδρος καθόταν και έπινε τον καφέ του παριστάνοντας τον προβληματισμένο, ενώ μετά βίας έκρυβε τη χαρά του. «Θέλει ο Λαυρεντιάδης να κρυφτεί κι η χαρά δεν τον αφήνει» ψιθύρισε μες στα νεύρα η Λίτσα.

Ο επικεφαλής του Ζαλόγγου είχε κάθε λόγο να είναι ευαρεστημένος· η πανωλεθρία των παραδοσιακών κομμάτων της Δεξιάς δεν έγινε ποτέ, ενώ το ακροδεξιό ΕΛΑΜ κατετάγη τρίτη πολιτική δύναμη της νήσου.

Για να κρατήσει τα προσχήματα είπε ένα «πότε θα αξιωθώ να δω τη Δεξιά ενωμένη, με συνθλίβει αυτή η διάσπαση». «Δεν την είδες ενωμένη, την είδες ενισχυμένη… μην είμαστε κι αχάριστοι» αντέδρασε η Λίτσα, αρπάζοντάς του τον καφέ μέσα απ’ τα χέρια. Μάταια της είπε ότι δεν τον είχε πιει ακόμη.

Υπήρχε ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να τον κάνει να ξεκουμπιστεί μια ώρα αρχύτερα διότι το τελευταίο που ήθελε ήταν ανάλυση για την ετυμηγορία της κάλπης από τον καραβοκύρη του φρενοκομείου.

«Μην χολοσκάς, πρόεδρε, ο λαός μίλησε, εσύ τώρα να δεις την υγεία σου… σε βλέπω λίγο χλωμό ή κάνω λάθος;» Αυτός ως μέγας υποχόνδριος αποχώρησε εσπευσμένα «φεύγω, νιώθω μια αδιαθεσία».

Η Λίτσα εν συνεχεία άρχισε να μαζεύει τις κάρτες των υποψηφίων βουλευτών που είχαν αφεθεί σε μικρές στοίβες σε διάφορα σημεία του σωματείου. Πλάι σε έπαθλα, ομοιώματα του Παρθενώνος και αγαλματίδια αρχαίων θεών κι ηρώων. Οι εκλογές παρήλθαν, δεν υπήρχε λόγος να υφίσταται η ρύπανση.

Έφτασε και στη μικρή στοίβα με τις κάρτες του Ευγένιου Ποντικού, του καλλιτέχνη του τσίρκου ο οποίος, ως ήταν αναμενόμενο, δεν εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής Λευκωσίας. Το έψαξε online και είδε ότι ο νεαρός έλαβε εκατόν εβδομήντα τρεις ψήφους. Η μία ήταν η δική της.

Σαν μια ψήφος για το δίκιο, μια ψήφος σε μια νέα γενιά που έχει καταταλαιπωρηθεί από απανωτές κρίσεις, οικονομικές, υγειονομικές, γεωπολιτικές και έχει κι από πάνω τη βρωμιά και τη διαπλοκή που εξέθρεψαν οι προγενέστεροι.

Τον συμπάθησε ιδιαιτέρως, αυτό είναι γεγονός. Εκτίμησε βαθύτατα αυτή την αντίσταση μέσω της ειρωνείας. Δεν υπάρχει εντούτοις σωτηρία για τον κατήφορο του τόπου, τι να σου κάνει ένα απλό στέλεχος τσίρκου.

Η Λίτσα αναστέναξε και είπε αυτό που στριφορύγιζε εδώ και μέρες στο μυαλό της «θέλω να δω τον Ποντικό με τον Φιτ, να γίνει γαμπρός μου». Το συγκεκριμένο, για να είμαι δίκαιος, το είχε υπαινιχθεί πρώτη η κομμώτρια Γιώτα χωρίς να επεκταθεί.

«Τι είπες, κυρία Λίτσα;» ρώτησε ο κύριος Ουράνιος, αγνώστων λοιπών στοιχείων. «Τίποτα… γλιτώσαμε απ’ όλους τους σωτήρες, λέω» του έδειξε τις προεκλογικές κάρτες που κρατούσε σαν μια βεντάλια αστοχίας.

Έπειτα πήγε στα μετόπισθεν για λίγο επιστρέφοντας με δύο μελιτζανάκια στο πιατάκι. Της ήρθε μια λιγούρα. Θα ’πρεπε να είχε βάλει μόνο ένα γλυκό αλλά ας όψεται η λαιμαργία της. Απολαμβάνει να τρώει το ένα ξέροντας ότι έπεται κι άλλο.

Μόλις έβαλε το πρώτο μελιτζανάκι στο στόμα, κλείνοντας τα μάτια προκειμένου να νιώσει ακέραιη την ευδαιμονία στη στοματική της κοιλότητα, ένιωσε ένα χέρι να την πιάνει αποφασιστικά απ’ τη μέση.

Αντέδρασε δαγκώνοντας απότομα το γλυκό με αποτέλεσμα να τρέξουν τα σιρόπια στο σαγόνι της. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει μπροστά της τον Σωτήρη Θράσου. Ο φασίστας έπιασε μια χαρτοπετσέτα από παρακείμενο τραπέζι και της σκούπισε απαλά τα σιρόπια.

Εκείνη πήγε κάτι να πει, μα οι φωνητικές της χορδές είχαν αδρανήσει απ’ τη γλυκόζη. Εν τω μεταξύ οι εθνικόφρονες που ήσαν παρόντες, καμιά δεκαριά συνταξιούχοι στο σύνολο, παρακολουθούσαν σοκαρισμένοι τα τεκταινόμενα.

Άρχισε κάπως να βρίσκει τη φωνή της «κατ’ αρχάς…». Αυτός της έκλεισε το στόμα με την παλάμη του. «Θέλω μια απάντηση. Θα πάμε στην Πάφο για ΣΚ;». «Άκου να δεις, Σωτήρη, όπως γνωρίζεις εγώ είμαι αριστερή.

Απ’ την άλλη όμως, μου δίδαξε ένα πράγμα η σκατοζωή». Έκανε μια παύση με όλους να περιμένουν εναγωνίως το απαύγασμα της σοφίας. «Έμαθα λοιπόν πως, σε γενικές γραμμές… ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας». Δηλαδή; «Θα πάμε στην Πάφο το επόμενο Σαββατοκύριακο».

Οι καραδεξιοί εξέλαβαν αυτό που παρακολούθησαν σαν περφόρμανς, σαν μια παράδοξη θεατρική πράξη. Κι όπως ήταν μέσα σ’ αυτή τη μείζονα έκπληξη άρχισαν να χειροκροτούν «μπράβο! μπράβο!».

Η Λίτσα τους κοίταξε έναν-έναν, παράτησε το πιατάκι με το δεύτερο γλυκό, και υποκλίθηκε.      

Ελεύθερα, 31.05.2026