Καταγγελία για τον τρόπο με τον οποίο ο Δήμος Λεμεσού προχώρησε στην αγορά πιάνου με ουρά για την αίθουσα «Πάνος Σολομωνίδης» διατυπώνει ο επαγγελματίας πιανίστας Μανώλης Νεοφύτου, θέτοντας ζητήματα τόσο για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και για τη συνολική στάση της πόλης απέναντι στους επαγγελματίες καλλιτέχνες.

Όπως αναφέρει σε επιστολή του προς τον Δήμαρχο Γιάννη Αρμεύτη και το δημοτικό συμβούλιο, το πρόβλημα της έλλειψης προσιτών χώρων με αξιοπρεπές πιάνο με ουρά στη Λεμεσό είναι χρόνιο, με αποτέλεσμα πολλοί μουσικοί να μην έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους σε κατάλληλες συνθήκες. Οι επιλογές περιορίζονται, όπως σημειώνει, σε μεγάλους χώρους με υψηλό κόστος και περιορισμένη διαθεσιμότητα.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι από τα τέλη του 2024 είχε θέσει το ζήτημα στον Δήμο και, κατόπιν συνεννόησης, ανέλαβε αφιλοκερδώς να διερευνήσει την αγορά για την εξεύρεση κατάλληλου πιάνου εντός συγκεκριμένου προϋπολογισμού. Μετά από έρευνα, απέστειλε εισηγήσεις για συγκεκριμένα όργανα, χωρίς –όπως αναφέρει– να λάβει οποιαδήποτε απάντηση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας.

Στη συνέχεια, η διαδικασία φαίνεται να άλλαξε πορεία, με τον Δήμο να προχωρά σε προκήρυξη προσφορών. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πιανίστα, η προκήρυξη δεν περιλάμβανε ουσιαστικές τεχνικές προδιαγραφές ούτε αξιολόγηση από ειδικό, με αποτέλεσμα το βασικό κριτήριο να καταστεί η χαμηλότερη τιμή. Όπως υποστηρίζει, ενώ υπήρχε εγκεκριμένος προϋπολογισμός που έφθανε μέχρι και τις €30.000, τελικά αγοράστηκε πιάνο αξίας περίπου €5.000.

Ο Μ. Νεοφύτου χαρακτηρίζει το όργανο που τοποθετήθηκε στην αίθουσα ως ακατάλληλο για επαγγελματική χρήση, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μικρού μεγέθους πιάνο που δεν μπορεί να καλύψει τις ακουστικές απαιτήσεις του χώρου. Μάλιστα, αναφέρει ότι υπήρχαν διαθέσιμες επιλογές σε εύρος τιμής περίπου €17.500, οι οποίες –κατά τον ίδιο– πληρούσαν τις απαραίτητες προδιαγραφές.

Στην επιστολή του, ο καταξιωμένος πιανίστας αφήνει σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο πολιτισμός σε τοπικό επίπεδο, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες αποφάσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες επαγγελματιών καλλιτεχνών και περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης της μουσικής ζωής της πόλης. Παράλληλα, θέτει ερωτήματα για τις προτεραιότητες της Λεμεσού σε μια περίοδο που επιδιώκει να ενισχύσει το πολιτιστικό της αποτύπωμα.