Δώδεκα καλλιτέχνες από την Κύπρο και την Αρμενία αντλούν ερεθίσματα από τη φύση για να διερευνήσουν τρόπους ύπαρξης και να προτείνουν νέες μορφές συγκρότησης της ταυτότητας, σε μια έκθεση που οργανώνεται στο Γερεβάν, στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Προγράμματος της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου Ε.Ε.
Μέσα από εγκαταστάσεις, βίντεο, σχέδιο, ζωγραφική, γλυπτική και φωτογραφία, σύγχρονοι καλλιτέχνες από την Κύπρο και την Αρμενία εξετάζουν πώς η φύση μετατρέπεται σε φορέα προσωπικών εμπειριών, κοινωνικών προβληματισμών και πολιτικών αφηγήσεων.
Η έκθεση, «Nature Unbound: Between Remedy and Poison» (Άλυτη Φύση: Φάρμακο και Φαρμάκι) την οποία επιμελείται η Άρτεμις Ελευθεριάδου, αντλεί τον τίτλο της από την αρχαία έννοια της ελληνικής λέξης «φάρμακον» (fármakon), την οποία εξετάζει ο Ζακ Ντεριντά στην ανάγνωση του κειμένου «Πλάτωνος Φαρμακεία» (Plato’s Pharmacy).

Η έκθεση εγκαινιάστηκε στις 12 Ιουνίου στο NPAK, Armenian Centre for Contemporary Experimental Art, στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Προγράμματος της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2026, και υποστηρίζεται από την πρεσβεία της Κύπρου στο Γερεβάν. Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Αρμέν Χακομπιάν, Κάρλα Αμπράντες, Ελίνα Ιωάννου, Κλίτσα Αντωνίου, Λευτέρης Τάπας, Λητώ Κάττου, Μανβέλ Ματεβοσιάν, Μαρία Τριλλίδου, Μαρίνα Κασσιανίδου, Μελίτα Κούτα, Παναγιώτης Δουκανάρης και Στέλιος Καλλίνικου.

Όπως εξηγεί η επιμελήτρια, η έκθεση διερευνά τον τρόπο με τον οποίο το τοπίο, ο τόπος και το φυσικό περιβάλλον συμμετέχουν στη διαμόρφωση του πολιτισμού, της ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης. «Στην αρχαία ελληνική σκέψη, το φάρμακον δηλώνει μια ουσία ή δύναμη με αμφίσημο χαρακτήρα, ικανή να λειτουργήσει τόσο ως θεραπεία όσο και ως δηλητήριο. Αυτή ακριβώς η αδυναμία σταθεροποίησης της σημασίας του όρου λειτουργεί ως ο φιλοσοφικός άξονας της έκθεσης, προσεγγίζοντας τη φύση, το τοπίο και τον τόπο ως χώρους και φορείς πόνου και διαπλοκής, αλλά και θεραπείας και καταφυγίου», σημειώνει η Αρ. Ελευθεριάδου.

Στην έκθεση (Άλυτη Φύση: Φάρμακο και Φαρμάκι), τα τοπία, τα φυτά και τα ζώα δεν προσεγγίζονται απλώς ως αισθητικά θέματα, αλλά ως αφετηρίες ιδεολογικού διαλόγου, περιβαλλοντικής πολιτικής και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας.
«Η έκθεση αντιλαμβάνεται τη φύση ως χώρο και ταυτόχρονα ως μεταφορά, μέσα στην οποία ο πολιτισμός, η ιστορία, η συλλογική και προσωπική φαντασία απορροφώνται και αναδιαμορφώνονται. Φυσικά στοιχεία και φαινόμενα -όπως το νερό, η μορφολογία, η ανάπτυξη και ο μετασχηματισμός- λειτουργούν ως γλώσσα που διατυπώνει ηθικές, συναισθηματικές και πνευματικές διαστάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Η φύση δεν αποτελεί ένα αυτόνομο δεδομένο, παράγεται και μετασχηματίζεται διαρκώς μέσα από πολιτικές αποφάσεις, καπιταλιστικά παραδείγματα και πολιτισμικά φαντασιακά», επισημαίνει.


Αποδόμηση προκαθορισμένων αντιλήψεων
Η Α. Ελευθεριάδου προσθέτει ακόμη πως «η σύγχρονη πολιτική οικολογία υπογραμμίζει ότι οι περιβαλλοντικές πολιτικές -όπως η κατανομή των πόρων, η προστασία του περιβάλλοντος και η κλιματική δικαιοσύνη- αποτελούν εγγενώς ζητήματα εξουσίας και ταυτότητας, ενταγμένα σε αντιφατικές αφηγήσεις κληρονομιάς και προόδου. Επιπλέον, οι αποικιακές επιχειρήσεις, στην προσπάθειά τους να εγκαθιδρύσουν αφηγήσεις ανωτερότητας, μετασχημάτισαν τους φυσικούς κόσμους των αποικιοποιημένων λαών επιβάλλοντας δυτικά πρότυπα εκπολιτισμένης υποδομής.


Η φύση ως μεταφορά επιτρέπει την αποδόμηση προκαθορισμένων αντιλήψεων προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας». Η έκθεση λοιπόν, προτείνει έργα που δεν αποτελούν στατικές ασκήσεις αναπαράστασης, αλλά χρησιμοποιούν τη φύση για να διερευνήσουν τρόπους ύπαρξης και να προτείνουν νέες μορφές συγκρότησης της ταυτότητας.
«Η φύση μετατρέπεται σε ένα ψυχολογικό και χωρικό πλαίσιο μέσω του οποίου αναδεικνύονται ιδιότητες όπως η υπομονή, η επιμονή και η επιβίωση, στην αναζήτηση της βραδύτητας, της ευαλωτότητας και της αυτογνωσίας».

Η Άρτεμις Ελευθεριάδου μας μεταφέρει το σκεπτικό των καλλιτεχνών πάνω στη θεματική της έκθεσης «Άλυτη Φύση: Φάρμακο και Φαρμάκι»:
Ο Παναγιώτης Δουκανάρης δημιούργησε ένα μεγάλο έργο (160×1.000 εκατ.) με τίτλο «Μια ανεύθυνη υπεύθυνη πράξη· η θυσία των Άλλων Άλλων», 2019, στο οποίο ο θεατής βλέπει ένα ζωγραφισμένο τοπίο σε μια παρατεταμένη διαδικασία αφαίρεσης νημάτων που αλλοιώνει ριζικά την ακεραιότητα της εικόνας. Αυτό που απομένει δεν είναι ούτε πίνακας ούτε ύφασμα, αλλά μια ευάλωτη υλική επιφάνεια που φέρει τα σημάδια της εργασίας, της διάρκειας και της απώλειας. Το τοπίο επιβιώνει μόνο μέσω της μερικής εξαφάνισής του, υπάρχοντας ως υπολειμματική μνήμη που συγκρατείται μέσα στην εκτεθειμένη δομή του καμβά. Ταλαντευόμενο μεταξύ καταστροφής και διατήρησης, το έργο αναλογίζεται την αστάθεια των εικόνων και την αδυναμία να αποτυπωθεί το νόημα σε μόνιμη μορφή.

Ένα βίντεο τριών καναλιών HD είναι το έργο της Κλίτσας Αντωνίου «Κάτι εξαιρετικά παράξενο συμβαίνει αυτή την άνοιξη του 2020». Ο ήχος στο βίντεο είναι του Δημήτρη Σάββα, με φωνητική αφήγηση και τραγούδι της Agnese Banti. Αντλώντας έμπνευση από τις επιστολές που έγραψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ από τη φυλακή, κατά τη διάρκεια της κράτησής της μεταξύ 1915 και 1918, η Κλίτσα Αντωνίου εξερευνά τη φαντασία ως μορφή πολιτικής και πνευματικής αντίστασης. Μέσα από αποσπασματικές εικόνες, καθηλωτικό ήχο και ποιητικές οπτικές ακολουθίες, το έργο δημιουργεί έναν ψυχολογικό χώρο όπου ο περιορισμός αναστέλλεται προσωρινά. Τα φυτά, ο καιρός, τα πουλιά και οι φυσικοί κύκλοι γίνονται οχήματα μέσω των οποίων τα φανταστικά τοπία αναδύονται ως χώροι ελευθερίας και εσωτερικής αυτονομίας.

Από μια πέτρα ποταμού και μια πλάκα από ανοξείδωτο ατσάλι με καθρέφτη, αποτελείται το έργο «Αντανάκλαση», 2021 του Μάνβελ Ματεβοσιάν. Μέσα από το έργο αυτό ο καλλιτέχνης επανεξετάζει τη συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης, καθώς η πέτρα είναι ελάχιστα επεξεργασμένη, αλλά έχει μετακινηθεί και τοποθετηθεί σε ένα άλλο είδος ποταμού, τεχνητό. Μέσω λεπτών αντιπαραθέσεων υλικών, το έργο προτείνει εναλλακτικές μορφές συνύπαρξης όπου η φύση και η βιομηχανία παραμένουν συνυφασμένες σε συνθήκες περιβαλλοντικής ευπάθειας.
Στο βίντεο με τίτλο «Closer», 2020 η Λητώ Κάττου παρουσιάζει μια οντότητα, τη San, η οποία είναι κατασκεύασμα τεχνητής νοημοσύνης. Σχεδιασμένη για να συλλέγει δεδομένα από την Κόκκινη Λίμνη, ένα μεταλλείο κοντά στη Λευκωσία, η San ανταποκρίνεται στις περιβαλλοντικές μεταβολές σε μία από τις περιοχές της Νοτιοανατολικής Μεσογείου που υφίστανται τις ταχύτερες κλιματικές αλλαγές. Συνδυάζοντας την επιστημονική φαντασία, την αισθητική των βιντεοπαιχνιδιών και την οικολογική ανησυχία, το έργο αναστοχάζεται πάνω στο μεταανθρώπινο περιβαλλοντικό μέλλον και την εύθραυστη αλληλεξάρτηση μεταξύ ανθρώπων, τεχνολογίας και φυσικού κόσμου.

Στο έργο της με τίτλο «Wrinklegrams VIII – XII», 2025 η Μαρίνα Κασσιανίδου χρησιμοποιεί χαρτί γραφικών παραστάσεων log-log, το οποίο χρησιμοποιούσε η Υπηρεσία Ανάπτυξης Υδάτων της Κύπρου τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1960 για την καταγραφή της ροής του νερού και τη συλλογή δεδομένων σχετικά με τη χωρητικότητα των φραγμάτων. Τσαλακώνοντας μεμονωμένα φύλλα του χαρτιού και ξεδιπλώνοντάς τα εν μέρει, δημιουργεί απαλά και σχολαστικά γραμμικά σχέδια πάνω σε κάθε πτυχή που προκύπτει.
Ο Λευτέρης Τάπας προσεγγίζει τη φύση ως χώρο διαλογιστικής περισυλλογής, μέσω της αφαίρεσης, της επανάληψης και της αποσταθεροποίησης των οπτικών αναφορών. Μέσα από τα έργα «Cave I», 2012, «Cave II», 2021, οργανικές μορφές που μοιάζουν με κλαδιά, φύλλωμα, σκιές και γεωλογικά ίχνη αναδύονται και διαλύονται σε επίπεδα από κομμάτια μαύρου χαρτιού. Μέσα από περίπλοκες κοπές, τα έργα δημιουργούν ατμοσφαιρικούς χώρους που αιωρούνται μεταξύ ορατότητας και εξαφάνισης, φωτός και σκιάς. Στα έργα η αφαίρεση και η μνήμη διασταυρώνονται, επιτρέποντας στον θεατή να περιηγηθεί σε μεταβαλλόμενα οπτικά περιβάλλοντα που διαμορφώνονται μέσα από μια διαδικασία γεμάτη υπομονή, ευαισθησία και αντοχή.
Ως μια ευάλωτη σωματική επιφάνεια που διαμορφώνεται μέσω επαναλαμβανόμενων πράξεων διάβρωσης, εμποτισμού, λεκέδων και συσσώρευσης χρωστικών ουσιών αναπτύσσονται στο χαρτί τα σχέδια της Μαρίας Τριλλίδου. Σε αντίθεση με τις κλασικές παραδόσεις της τοπιογραφίας, όπου η φύση εμφανίζεται εξωτερική και παρατηρήσιμη, στα έργα της με τίτλο «Ιζηματογενείς Ουλές», 2025, «Λιθική Σάρκα», 2026 η Τριλλίδου ασχολείται με τη φύση ως εσωτερική κατάσταση.
Υποθετικά περιβάλλοντα που θολώνουν τις διακρίσεις μεταξύ αρχαιολογίας, οικολογίας, μυθοπλασίας και μνήμης δημιουργεί με τα έργα της «Field Notes», 2025 και «Imprints», 2026, η Μελίτα Κούτα. Συνδυάζοντας την επιστημονική αισθητική με την υποθετική αφήγηση, η Κούτα αποσταθεροποιεί τις συμβατικές αντιλήψεις για την αυθεντικότητα και την ιστορική αλήθεια, που έχουν διαμορφωθεί από αποικιακές αντιλήψεις σχετικά με τον πολιτισμό και την τάξη. Αντ’ αυτών, προτείνει εναλλακτικές μορφές οικολογικής μνήμης που βασίζονται στην τοπικότητα, τη σωματική γνώση και την υλική οικειότητα.
Το έργο της Κάρλα Αμπράντες «Corpo sem Crime» (Σώμα χωρίς έγκλημα) (2026) αποτελείται από μια σειρά επτά έργων με σχέδια σε κάρβουνο και γραφίτη, τοποθετημένα πάνω σε επιφάνειες αλουμινίου. Η Αμπράντες προσεγγίζει την εικόνα ως ένα αφηρημένο καρέ από ταινία και αντλεί αναφορές από την κινηματογραφική γλώσσα της ταινίας «Stalker» (1979) του Αντρέι Ταρκόφσκι. Μικρές υφές, περιφερειακές λεπτομέρειες και φαινομενικά ασήμαντες επιφάνειες αποκτούν συναισθηματική και ψυχολογική ένταση. Το έργο του Καλλινίκου συχνά εμβαθύνει σε ιδέες που αφορούν την οικολογία και την πολιτική κατασκευή της φύσης. Σε έργα όπως τα «Hide out», «Water Lilies», «Cactus» και «Young Coconut Juice» (2017), θέτει ζητήματα ιδεολογικής εξουσίας και της χρήσης της φύσης προς όφελος αυταρχικών αφηγήσεων. Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στους δημόσιους κήπους της Λευκωσίας, οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Το έργο «Αποσύνθεση» (2025), του Στέλιου Καλλινίκου αποτελείται από σύντομα μονταρισμένα αποσπάσματα διαδικτυακών βίντεο, στα οποία ο μάρτυρας αρχίζει να φεύγει από έναν προφανή κίνδυνο, ενώ η κάμερα συνεχίζει να καταγράφει. Απομονώνοντας την ακριβή στιγμή των εγγραφών που καταγράφουν κάθε είδους επείγουσες καταστάσεις —από οικολογικές καταστροφές και ένοπλες συγκρούσεις έως στιγμές συλλογικής καταστροφής—, δημιουργεί μια συνεχή ακολουθία φρενήρων κινήσεων. Το έργο του Καλλινίκου συχνά εμβαθύνει σε ιδέες που αφορούν την οικολογία και την πολιτική κατασκευή της φύσης. Σε έργα όπως τα «Κρυψώνας», «Νούφαρα», «Κάκτος» και «Young Coconut Juice» (2017), θέτει ζητήματα ιδεολογικής εξουσίας και της χρήσης της φύσης προς όφελος αυταρχικών αφηγήσεων. Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στους δημόσιους κήπους της Λευκωσίας, οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Στο έργο «Holders of Resistance, 2026», η Ελίνα Ιωάννου προσεγγίζει το μνημείο ως μια αμφισβητούμενη ιδεολογική δομή μέσω της οποίας οι ιστορίες κατασκευάζονται, νομιμοποιούνται και διατηρούνται επιλεκτικά. Αντλώντας από την έννοια του Pierre Nora για τα «lieux de mémoire» («τόποι μνήμης»), το έργο αμφισβητεί τις αντιλήψεις για το μνημείο ως σταθερό φορέα της συλλογικής μνήμης και ως ουδέτερη αφήγηση της ιστορίας, και προσεγγίζει το μνημείο ως έναν ιδεολογικό μηχανισμό μέσω του οποίου η συλλογική μνήμη θεσμοθετείται και ελέγχεται. Σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις αποδεκτές αντιλήψεις για τις θεσμικές δομές, το έργο ανατρέπει με παιχνιδιάρικο τρόπο τις προκαταλήψεις σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τον ηρωισμό, το μεγαλείο και την τιμή, ενώ μέσω ανορθόδοξων συνθέσεων προτείνει ιδέες τοπικότητας και ευθραυστότητας.
Τα έργα του Αρμέν Χακομπιάν λειτουργούν ως καταγραφές μιας μεταμόρφωσης που εκτυλίσσεται απευθείας πάνω στον καμβά, όπου η επιφάνεια, η ύλη και η χειρονομία αναδιοργανώνονται συνεχώς. Ως εκ τούτου, η ζωγραφική δεν αποτελεί πλέον την αναπαράσταση της φύσης, αλλά ένα γεγονός μέσω του οποίου οι φυσικές διεργασίες – ροή, διάβρωση, συσσώρευση, μεταμόρφωση – υλοποιούνται απευθείας πάνω στον ίδιο τον καμβά.
Η έκθεση οργανώθηκε από το Υφυπουργείο Πολιτισμού. Στην υλοποίηση της διοργάνωσης υπήρξε σημαντική η συμβολή του Πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αρμενία, κ. Μιχάλη Μαύρου. Ουσιαστικό ρόλο στον συντονισμό και την υλοποίηση του έργου είχε ο Διευθυντής Παραγωγής της έκθεσης, κ. Γιώργος Λαζόγλου.
Info
- Αρμενία, Χώρος NPAK, Armenian Centre for Contemporary Experimental Art. Η ομαδική έκθεση «Nature Unbound: Between Remedy and Poison» (Άλυτη Φύση: Φάρμακο και Φαρμάκι) εγκαινιάστηκε στις 12 Ιουνίου και θα διαρκέσει ως τις 3 Ιουλίου.