Στάθηκε μόνη στη σκηνή της τελετής έναρξης της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, εκπροσωπώντας την καθαρή και αυθεντική φωνή της Κύπρου. Η μουσικός, παιδαγωγός και διοργανώτρια του Windcraft Music Fest, είναι αφοσιωμένη στην προώθηση της τέχνης των πνευστών στο νησί, κατορθώνοντας με το όραμά της να ταξιδέψει τους ήχους του τόπου στον διεθνή πολιτιστικό χάρτη.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τα πνευστά μουσικά όργανα; Ξεκίνησα να μαθαίνω σαξόφωνο στην ηλικία των 13. Η συμμετοχή μου αργότερα στην τότε Κρατική Ορχήστρα Νέων μου έδωσε την ευκαιρία να παίζω σε μουσικά σύνολα με άτομα που έγιναν πολύτιμοι φίλοι και συνεργάτες. Θυμάμαι ότι, μαθητές ακόμα, οργανωνόμασταν σε σύνολα πνευστών, ενορχηστρώναμε κομμάτια και παίζαμε αυτόνομα στους δρόμους, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τόσο συχνά οργανωμένες εκδηλώσεις στο δημόσιο χώρο. Οι σπουδές μου με οδήγησαν στο Βερολίνο όπου ανακάλυψα τον κλάδο της Εθνομουσικολογίας. Εκεί συνέχισα να παίζω σαξόφωνο σε ορχήστρες και, ταυτόχρονα, μέσα από την ακαδημαϊκή μου ενασχόληση με την παραδοσιακή μουσική, ξεκίνησα επιτόπια έρευνα στην Κύπρο γύρω από το πιθκιαύλι, που αποτέλεσε και το αντικείμενο της πτυχιακής μου εργασίας. Αυτή η διαδρομή συνέδεσε την προσωπική μου σχέση με τα πνευστά με το επιστημονικό μου ενδιαφέρον για τον παραδοσιακό πολιτισμό του τόπου.

Ποια ήταν τα επόμενά σου βήματα; Με την επιστροφή μου στην Κύπρο άρχισα να διδάσκω σαξόφωνο και το 2012 δημιουργήθηκε το Windcraft Music Centre – ένα μουσικό κέντρο στην εντός των τειχών Λευκωσία που εξειδικεύεται κυρίως στη διδασκαλία πνευστών μουσικών οργάνων. Λίγο αργότερα δημιουργήθηκε το Windcraft Band – ένα μουσικό σύνολο πνευστών που από τότε μεγάλωσε σε μια όμορφη οικογένεια και εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και φεστιβάλ σε όλη την Κύπρο. Στη γενικότερη προσπάθεια να αναπτυχθεί μια κοινότητα πνευστών, δημιουργήθηκε το 2016 ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Windcraft Loud  με στόχο να δώσει χώρο έκφρασης σε εκτελεστές πνευστών μέσα από τη διοργάνωση εκδηλώσεων όπως το Windcraft Music Fest, προωθώντας την τέχνη των πνευστών και ενισχύοντας τη συλλογική δημιουργία.

©Αντρέας Λουκαΐδης.

Ποια ήταν η πιο δυνατή ή απρόσμενη στιγμή της πορείας σου μέχρι σήμερα; Όταν το καλοκαίρι του 2025 ο ανταποκριτής του Euronews Ελλάδας μου ανακοίνωσε ότι το ρεπορτάζ για το Windcraft Music Fest 11 είχε επιλεγεί για προβολή σε δώδεκα γλώσσες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το γεγονός ότι μια διοργάνωση που γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Κύπρου ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, επιβεβαίωσε ότι ακόμη και οι πιο «τοπικές» ιδέες μπορούν να αφήσουν το αποτύπωμά τους στη διεθνή κοινότητα όταν βασίζονται στην αυθεντικότητα και στη συλλογικότητα.

Πώς βίωσες τη στιγμή που βρέθηκες στη σκηνή, με το πιθκιαύλι, στην τελετή έναρξης της κυπριακής προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ; Ήταν μεγάλη τιμή που μου δόθηκε η ευκαιρία να εκπροσωπήσω το στοιχείο της παραδοσιακής μουσικής της Κύπρου σε μια τελετή που ήταν γεμάτη συμβολισμούς και μηνύματα. Παρότι δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως παραδοσιακή μουσικός, ένιωσα βαθιά ευθύνη να αποδώσω τον ήχο του πιθκιαυλιού με σεβασμό και ειλικρίνεια, συμπυκνώνοντας όσα έμαθα δίπλα σε αυθεντικούς πιθκιαυλάρηδες, αλλά και την εμπειρία μου από το παίξιμο σύγχρονων πνευστών, μέσα από έναν σύντομο αυτοσχεδιασμό. Ανέβηκα μόνη μου στη σκηνή, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα ότι είχα γύρω μου και μέσα μου όλους τους ανθρώπους του πολιτισμού που συνάντησα και με διαμόρφωσαν — όσους συμμετείχαν στην ίδια την τελετή, αλλά και εκείνους που, μέσα από το έργο και τη διαρκή τους προσφορά, καλλιέργησαν το πολιτιστικό τοπίο της Κύπρου.

Υπήρξε άγχος; Ποια ήταν τα συναισθήματα σου εκείνη τη στιγμή; Δεν θα έλεγα άγχος, αλλά περισσότερο ενθουσιασμός, δημιουργική αγωνία και βαθιά συγκίνηση. Ο σκηνοθέτης Κώστας Σιλβέστρος, μαζί με τον υπεύθυνο παραγωγής Σταύρο Σταύρου και την καταπληκτική ομάδα που μάζεψαν, φρόντισαν να μας καλλιεργήσουν ένα αίσθημα συλλογικότητας και συνεργασίας, στα πλαίσια του οποίου οποιοδήποτε ίχνος πίεσης μετατράπηκε σε πηγή δημιουργικότητας και συνεισφοράς προς τον κοινό μας στόχο. Ιδιαίτερα συγκινητικό ήταν το γεγονός ότι μοιράστηκα τη σκηνή με ένα έργο του Twenty Three που έχει ξεχωριστή σημασία για εμένα, αφού πρωτοδημιουργήθηκε στα πλαίσια του φεστιβάλ Windcraft. H «Αλάσια», μια γυναίκα της Κύπρου που ζει στο σήμερα, κινείται πάνω στα συρματοπλέγματα του τόπου και του κόσμου, που στα Κατύδατα παίζει μουσική, αλλού πηδά σχοινιά, και εκείνο το βράδυ ισορρόπησε ανάμεσα στο χθες και το σήμερα αναζητώντας την επαφή. Μόνο συγκίνηση.

Artwork by Twentythree, Κατύδατα ©Χαρά Σαββίδου

Τι συμβολισμό είχε για σένα το πιθκιαύλι ως μοναδικό όργανο εκπροσώπησης της Κύπρου σε ένα τόσο ευρωπαϊκό και θεσμικό πλαίσιο; Αντιλήφθηκα την όλη παράσταση ως μια συνοπτική ανιστόρηση του πολιτισμού και της ιστορίας της Κύπρου μέσα από τη σημερινή οπτική ματιά, πλαισιωμένη από σύγχρονη μουσική, χορό και εικαστικά μέσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο παραδοσιακός ήχος του πιθκιαυλιού ήχησε ως μια καθαρή και αυθεντική φωνή της Κύπρου. Ένας ταπεινός, λιτός ήχος, που αναδύεται φυσικά, κουβαλώντας μνήμες του τόπου και των ανθρώπων του. Ένας ήχος που συγκινεί τον καθένα, αφού γεννιέται από τα καλάμια της φύσης, την αναπνοή και τα χέρια του απλού ανθρώπου. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το πιθκιαύλι εκπροσώπησε για μένα την ενότητα της κυπριακής ταυτότητας.

Ποιες προσπάθειες γίνονται για να αναδειχτεί και να επανενταχθεί στο σήμερα; Όταν μιλάμε για κυπριακά πνευστά, αναφερόμαστε ουσιαστικά στο πιθκιαύλι, το οποίο αποτελεί το κατεξοχήν – και σχεδόν αποκλειστικό – πνευστό όργανο της κυπριακής παραδοσιακής μουσικής. Πρόκειται για ένα όργανο με ιδιαίτερους μορφολογικούς περιορισμούς, καθώς κατασκευάζεται συνήθως χωρίς τυποποιημένες προδιαγραφές και χωρίς σταθερό κούρδισμα. Αυτά τα χαρακτηριστικά το κατέστησαν ιστορικά όργανο σόλο χρήσης, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν το συναντάμε συχνά σε παραδοσιακά σύνολα ή σε οργανωμένες ορχήστρες. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, νεότεροι μουσικοί επαναπροσεγγίζουν το πιθκιαύλι, πειραματίζονται με τις ηχητικές του δυνατότητες και το εντάσσουν σε σύγχρονα μουσικά πρότζεκτ. Παράλληλα, γνωρίζω περιπτώσεις σύγχρονων συνθετών, όπως ο Φαίδρος Καβαλλάρης και άλλοι, που το αξιοποίησαν στις συνθέσεις τους, φέρνοντάς το σε διάλογο με νέες αισθητικές. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το Windcraft Music Fest, το οποίο αναζητά και αναδεικνύει σύγχρονες προσεγγίσεις των παραδοσιακών πνευστών. Το φεστιβάλ έχει φιλοξενήσει τόσο αυθεντικούς εκφραστές της παράδοσης του πιθκιαυλιού, όπως ο Αντρέας Χρίστακκος, ο Ρένος Κτώρος και ο Κεμάλ Ντεβετζί, όσο και νεότερους εκπροσώπους του οργάνου, όπως ο Χρίστος Ισιδώρου και ο Βασίλης Φιλίππου, καθώς και τη νεαρή κατασκευάστρια αυλών Yena Hacisevki, η οποία συμβάλλει ενεργά στη σύγχρονη εξέλιξη του οργάνου.

Το φεστιβάλ στα Κατύδατα έχει γίνει σημείο αναφοράς στο νησί, με δημοσιότητα και στην Ευρώπη. Πώς γεννήθηκε η ιδέα και ποιο ήταν το αρχικό σου όραμα; Όταν το φεστιβάλ Windcraft διοργανώθηκε για πρώτη φορά το 2014, δεν φανταζόμουν ότι θα είχε διάρκεια δέκα και πλέον χρόνων, ούτε ότι θα γινόταν τόσο αγαπητό, αποκτώντας απήχηση και εκτός Κύπρου. Η ιδέα γεννήθηκε αυθόρμητα, από την επιθυμία να αναβιώσουμε το Χάνι του Σταυρινού στα Κατύδατα, έναν χώρο που παρέμενε κλειστός από τη δεκαετία του ’50, και να τον μετατρέψουμε σε σημείο συνάντησης για συναυλίες και καλλιτεχνική έκφραση. Το αρχικό όραμα ήταν διπλό: αφενός να δοθεί βήμα σε αξιόλογους καλλιτέχνες και μουσικούς για να παρουσιάσουν το έργο τους και να δημιουργηθεί μια κοινότητα πολιτιστικής ανταλλαγής, και αφετέρου να συγκεντρωθεί κόσμος στο χωριό μου, τα Κατύδατα, ώστε να αναβιώσει και σταδιακά να εδραιωθεί στον πολιτιστικό χάρτη της Κύπρου. Τα πρώτα χρόνια το φεστιβάλ πλαισιώθηκε κυρίως από Κύπριους μουσικούς, ενώ σταδιακά άρχισαν να συμμετέχουν και καλλιτέχνες από το εξωτερικό. Από τις πρώτες κιόλας διοργανώσεις έγινε φανερό πόσο καθοριστική ήταν η ενέργεια του ίδιου του χωριού στη διαμόρφωση της ταυτότητας του φεστιβάλ. Η παράδοση του χώρου ήταν έντονα παρούσα και συνδέθηκε οργανικά με τις σύγχρονες τέχνες και τα διαφορετικά μουσικά είδη που φιλοξενούνταν. Αυτό το πάντρεμα του παλιού με το νέο εξελίχθηκε σε βασικό συστατικό του φεστιβάλ. Στην πορεία, το Windcraft εδραίωσε ακόμη περισσότερο την ταυτότητά του ως μια διοργάνωση με επίκεντρο τα πνευστά όργανα, καθώς η επιλογή των σχημάτων προϋποθέτει τη συμμετοχή τους, μέσα από διαφορετικά μουσικά είδη και αισθητικές.

©Χαρά Σαββίδου

Πώς είναι να φέρνεις στο χωριό σου, φημισμένους καλλιτέχνες πνευστών από όλη την Ευρώπη; Είναι σχεδόν απίστευτο, ότι στα Κατύδατα έχουν εμφανιστεί βραβευμένοι καλλιτέχνες της ευρωπαϊκής τζαζ, όπως ο Robinson Khoury, ο Αντρέας Πολυζωγόπουλος και πολλοί άλλοι, αλλά και σχήματα από όλο τον κόσμο, όπως οι Βραζιλιάνοι Technobrass ή οι Captain Stambolov, που έχουν κατακτήσει με τη μουσική τους μερικές από τις σημαντικότερες σκηνές διεθνών φεστιβάλ της τζαζ και της world music. Το φεστιβάλ έχει πλέον ωριμάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούμε να επιλέγουμε σχήματα που συμμετέχουν σε διεθνή μουσικά showcases, όπως το Womex ή το Jazzahead. Οι μουσικές επιλογές γίνονται με μεγάλη προσοχή, με στόχο την πρόσκληση μουσικών υψηλού επιπέδου και την παρουσίαση ξεχωριστών προτάσεων, ώστε να διατηρούνται σταθερές τόσο η ποιότητα όσο και η ταυτότητα του φεστιβάλ. Παρότι ο ενθουσιασμός μας για την παρουσία τέτοιων καλλιτεχνών στο χωριό είναι μεγάλος, εξίσου έντονη —αν όχι μεγαλύτερη— είναι και η εμπειρία που βιώνουν οι ίδιοι. Τα Κατύδατα, ως τόπος και ως κοινότητα, τους υποδέχονται με ζεστασιά και αυθεντικότητα. Οι καλλιτέχνες φεύγουν σχεδόν πάντα μαγεμένοι από τη φιλοξενία, την ανθρώπινη επαφή και τη μοναδική ενέργεια που δημιουργεί το φεστιβάλ, μια ενέργεια που δύσκολα συναντά κανείς σε πιο μεγάλα, αστικά φεστιβάλ.

Παίζεις αλλά και διδάσκεις πνευστά. Τι σου προσφέρει περισσότερο η διδασκαλία και τι η σκηνή; Εδώ και πάνω από 15 χρόνια διδάσκω μουσική, κάτι που μου προσφέρει απίστευη ικανοποίηση. Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό να βλέπω παιδιά που έκαναν μαζί μου τα πρώτα τους μουσικά βήματα να εξελίσσονται, τόσο καλλιτεχνικά όσο και προσωπικά. Παραδείγματα όπως η Ιόλη, που συμμετείχε στην τελετή έναρξης της Προεδρίας, μου υπενθυμίζουν πόσο συναρπαστικό μπορεί να είναι το ταξίδι της μουσικής και πόσο όμορφο είναι να το μοιράζεσαι. Κάθε επιτυχία των μαθητών μου τη βιώνω ως προσωπική χαρά και επιβεβαίωση της αξίας της διδασκαλίας. Η σκηνή, από την άλλη, μου προσφέρει μια διαφορετική αλλά εξίσου δυνατή εμπειρία. Αυτό που με συνεπαίρνει περισσότερο στο παίξιμο είναι το μοίρασμα — η συνύπαρξη με άλλους μουσικούς και η δημιουργία μέσα από τη συλλογικότητα. Ιδιαίτερα όταν αυτό συμβαίνει με την μπάντα μου, το Windcraft Band, μια ομάδα ανθρώπων διαφορετικών μεταξύ τους, που όμως ενώνονται μέσα από τα πνευστά και μια κοινή μουσική εμπειρία. 

Πώς φαντάζεσαι το μέλλον της τέχνης των πνευστών στην Κύπρο και ποιον ρόλο θα ήθελες να έχεις σε αυτό; Είναι ήδη σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο. Βλέπουμε υποσχόμενους νεαρούς μουσικούς να αποφοιτούν από τα μουσικά σχολεία ή να συμμετέχουν στην Συμφωνική Ορχήστρα Νέων και άλλα σύνολα, και ακούμε εξαιρετικούς τζαζ και κλασικούς πνευστούς να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους σε κονσερβατόρια του εξωτερικού και να διαπρέπουν τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς. Πέρα όμως από την ποιότητα, εξακολουθεί να υπάρχει σοβαρή έλλειψη εξειδικευμένων καθηγητών πνευστών οργάνων στην Κύπρο, κάτι που πιθανόν λειτουργεί αποτρεπτικά για περισσότερους νέους στο να ασχοληθούν συστηματικά με την εκμάθησή τους. Για το μέλλον, εύχομαι να αυξηθεί ο αριθμός των επαγγελματιών πνευστών και να βελτιωθούν ουσιαστικά οι συνθήκες εργασίας των καλλιτεχνών, ώστε το πολιτιστικό οικοσύστημα της Κύπρου να μπορεί να τους απορροφήσει με δίκαιο και βιώσιμο τρόπο. Προσωπικά, θα ήθελα να συνεχίσω να συμβάλλω τόσο ως μουσικός όσο και ως παιδαγωγός και διοργανώτρια, δημιουργώντας χώρους συνάντησης, μάθησης και ανταλλαγής. Εύχομαι το Windcraft να παραμείνει για πολλά ακόμα χρόνια παρόν, στηρίζοντας όσο μπορεί κάθε σχετική προσπάθεια, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία, τις υποδομές και το δίκτυο συνεργασιών που έχει χτίσει όλα αυτά τα χρόνια.

Down Town, 25.1.2025