Η 2η έκδοση της φουάρ VIMA Art Fair επιστρέφει τον Μάιο στη Λεμεσό, με τον Έλληνα επιμελητή Κώστα Στασινόπουλο να ηγείται του επιμελητικού έργου. Όπως λέει ο ίδιος, το πρόγραμμα έχει δομηθεί με τρόπο που το κοινό θα δεχθεί «κύματα» καλλιτεχνικής δημιουργίας τα οποία προτείνουν άλλους τρόπους σκέψης, έξω από τον έλεγχο κυρίαρχων συστημάτων.
Συζητώντας με τον Κώστα Στασινόπουλο, αντιλαμβάνεσαι ότι η 15ετής εμπειρία του, ως επιμελητής στην επιδραστική γκαλερί Serpentine του Λονδίνου, ήταν καθοριστική για το πώς αντιλαμβάνεται την εικαστική δημιουργία και τον ρόλο των καλλιτεχνών. Ένα κομμάτι αυτής της εμπειρίας μεταφέρει στην κεντρική έκθεση της VIMA Art Fair την οποία επιμελείται. Μου λέει ότι η πορεία της δουλειάς του στη Serpentine ολοκληρώθηκε πρόσφατα. Εντός του Μαΐου μετακομίζει από το Λονδίνο στην Αθήνα, για να αναλάβει τη θέση του Διευθυντή Εκθέσεων και Προγραμμάτων στο KYKLOS, Κέντρο Τεχνών και Πολιτισμών, που ίδρυσαν ο Ντίνος και η Λία Μαρτίνου. Έχει επίσης διατελέσει συνεργάτης επιμελητής στο Κέντρο Πολιτισμού – Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και έχει συνεργαστεί με γκαλερί και φορείς όπως οι Whitechapel Gallery, White Cube, Frieze, LOOP, Sadler’s Wells και η Μπιενάλε της Αθήνας.
–Καθώς προέρχεστε από ένα διεθνές περιβάλλον, ποιες οι πρώτες σας εντυπώσεις από την Κύπρο και τη Λεμεσό; Ήρθα τον περασμένο Νοέμβριο στην Κύπρο, και έπειτα τον Μάρτιο. Σ’ αυτά τα ταξίδια αντιλήφθηκα πόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα υπάρχουν σε επίπεδο εικαστικής παραγωγής. Επισκέφθηκα στούντιο αρκετών καλλιτεχνών, επίσης παρακολούθησα το φθινόπωρο τα Art Walks στη Λεμεσό και είδα όλες τις παρουσιάσεις, καθώς και τις εκδηλώσεις του Art Explora. Ο Χριστόδουλος Παναγιώτου είχε κάνει μια πολυεπίπεδη και εξαιρετική δραματουργική δουλειά στο Ριάλτο. Στη Λευκωσία συνάντησα κάποιους εικαστικούς και ενημερώθηκα για τα artist run spaces. Το επίπεδο των δουλειών που είδα είναι πολύ υψηλό και με ενδιαφέρει να μάθω ακόμη περισσότερα ώστε να συνδεθώ περαιτέρω με το καλλιτεχνικό οικοσύστημα της Κύπρου.
–Η φετινή κύρια έκθεση της Vima Art έχει τίτλο «The Waves Crashing» (τα κύματα που σπάνε). Ποιο το σκεπτικό της επιμελητικής σας πρότασης; Πάντα ήθελα να κάνω μια τέτοια έκθεση. Στη σκέψη μου είχα «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ, ένα πολύ όμορφο μυθιστόρημα μέσα από το οποίο μας καλεί να είμαστε συνέχεια σε ζωντανή σύνδεση με τον εαυτό μας, θέτοντας διάφορα ερωτήματα σε σχέση με την ύπαρξη και τη σύνδεσή μας με άλλους ανθρώπους. Ταυτόχρονα όμως μου αρέσει πολύ φαινομενολογικά το κύμα, το οποίο δεν είναι μόνο ένα περιβαλλοντικό φαινόμενο σε τόπους που έχουν άμεση σχέση με τη θάλασσα όπως η Κύπρος. Η επανάληψη των κυμάτων, ο ρυθμός τους που μπορεί να είναι εντελώς απρόσμενος. Δηλαδή μπορεί να είναι ανεπαίσθητο το κύμα αλλά και καταστροφικό. Με ενδιαφέρει πολύ σαν μέσο για να αντιληφθούμε τον χρόνο διαφορετικά, να μάθουμε πράγματα για το πώς προσλαμβάνουμε τον εαυτό μας, τον κόσμο, την Ιστορία και τη σχέση με τους γύρω μας.
–Πώς επεξεργάζεστε το θέμα του χρόνου; Με απασχολεί το γεγονός ότι, ως κοινωνία, έχουμε φτάσει σε μια στιγμή που μας ζητείται μια πάρα πολύ ταχεία παραγωγικότητα, κάτι που συνεπάγεται έναν γραμμικό τρόπο αντίληψης του χρόνου και της Ιστορίας. Και όλο αυτό μας βάζει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που εξυπηρετεί ορισμένες ανώτερες δυνάμεις έξω από μας, όχι όμως εμάς τους ίδιους. Ήθελα με κάποιον τρόπο να διαταράξω αυτή τη χρονικότητα και αυτό τον τρόπο συνύπαρξης.
–Επιδιώκετε δηλαδή να σπρώξετε το κοινό σε μιαν άλλη κατάσταση, έξω από τους ρυθμούς της καθημερινότητας; Ακριβώς. Έχει πολύ να κάνει με το πώς αισθάνεσαι όταν είσαι σε μια ακτή και ακούς τα κύματα που έρχονται. Αυτή η στιγμή σου υποβάλλει να σταθείς λίγο ακίνητος/τη και να δεχτείς αυτά τα ερεθίσματα, να τα αφήσεις να σε κατοικήσουν και να δεις κι εσύ τη θέση σου μέσα στον κόσμο. Πιστεύω, λοιπόν, σ’ αυτό τον τρόπο πρόσληψης των έργων και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η οποία είναι κομμάτι του προγράμματος που επιμελούμαι. Θέλω πραγματικά ο θεατής να αισθάνεται ότι δέχεται τέτοια κύματα και τέτοιες στιγμές έκφρασης από τους καλλιτέχνες, οι οποίοι θα τον κάνουν να αφουγκραστεί, να ακούσει αυτή την αντήχηση. Με ενδιαφέρει τα πράγματα να λειτουργήσουν έξω από τον συνηθισμένο τρόπο πρόσληψης μιας έκθεσης, δηλαδή «έρχομαι, βλέπω και φεύγω». Θα είμαστε πολύ γενναιόδωροι στον κόσμο για να του δώσουμε διαφορετικά «κύματα» και διαφορετικά ερεθίσματα. Κάποια θα είναι μικρής έντασης και κάποια άλλα πιο έντονα.
–Προτείνετε διαφορετικά μοντέλα επικοινωνίας και σκέψης; Ναι, σίγουρα. Να ρίξουμε λίγο τις ταχύτητες. Το να βιώσουμε την τέχνη με αυτό τον τρόπο είναι κάτι που δεν συνηθίζεται σήμερα. Πολλοί θεωρούν ότι δεν έχουν χρόνο για την τέχνη. Θέλω να την δούμε διαφορετικά αυτή την συνθήκη. Είναι σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Όταν μπήκα στον χώρο όπου διοργανώνεται η Vima Art, άκουσα τα κύματα να σκάνε στην παραλία και σκέφτηκα «αυτή είναι η στιγμή να κάνουμε ένα τέτοιο πρόγραμμα». Με ενδιαφέρει να φτιάξω τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι να αισθανθούν άνετα, ότι μπορούν να πιουν το ποτό τους, να καθίσουν λίγο με κάποιον, να δουν μια περφόρμανς και να μπουν στον εκθεσιακό χώρο, και να επιστρέψουν πολλές φορές τις επόμενες μέρες. Αυτό είναι κάτι που θα μας χαροποιήσει αν το καταφέρουμε.
-Πώς δομήθηκε το πρόγραμμα που επιμελείστε; Θα υπάρχει μια κεντρική σκηνή στην οποία θα γίνονται περφόρμανς κάθε μέρα. Σε μια δεύτερη σκηνή, με βασικό δομικό στοιχείο της ένα τραπέζι, θα γίνονται συζητήσεις και παρουσιάσεις. Και αυτή είναι μια σημαντική δράση. Ο χώρος θα ενεργοποιείται καθημερινά με διαφορετικές εκδηλώσεις. Αυτά τα δυο στοιχεία τα σχεδιάζουμε με την Serapis Maritime, η οποία αποτελείται από τον Μανώλη Λεμό, την Κρήνη Δημοπούλου και τη Δήμητρα Δημοπούλου. Για την ενεργοποίηση αυτών των δυο χώρων έχω προσκαλέσει κάποιες ομάδες και συλλογικότητες μη κερδοσκοπικές της Κύπρου. Θα μπορούν να πάρουν μια από τις δυο σκηνές και να παρουσιάσουν τη δουλειά τους ή να καλέσουν οι ίδιοι άλλους ανθρώπους. Έτσι, σαν κύματα, η ίδια η τοπική σκηνή θα μπει στο πρόγραμμα.

–Ποια θέματα πραγματεύονται οι εικαστικοί που συμμετέχουν στην κύρια έκθεση; Η Serapis Maritime είναι μια καλλιτεχνική οντότητα που δημιουργεί έργα τέχνης εμπνεόμενη από την ατμόσφαιρα της ελληνικής ναυτιλίας και από τους τρόπους που υδάτινοι κόσμοι διέπουν τις ζωές μας. Η Πάκυ Βλασσοπούλου είναι μια καλλιτέχνιδα που την ενδιαφέρει πολύ να επεμβαίνει και να διαταράσσει τις κοινωνικές σχέσεις, για να μας κάνει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που τις κάνει αποδεκτές κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η Χρυσάνθη Κουμιανάκη ενδιαφέρεται για γλώσσες και αλφάβητα με τα οποία επικοινωνούμε. Εστιάζει επίσης σε κομμάτια τα οποία παραμένουν κάπως αόρατα και διέπουν τις ζωές μας, όπως είναι οι κεραίες στα σπίτια μας, στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι σαν ένα δάσος τηλεπικοινωνιών πάνω από τα κεφάλια μας που ουσιαστικά τα κυβερνά. Ο Χρίστος Κυριακίδης έχει μια πολύ ωραία πρακτική σε σχέση με την έννοια της πνευματικότητας αλλά και της queer ύπαρξης. Σ’ αυτό το έργο που θα δουλέψουμε μαζί, κάπου συνδέεται ο κόσμος της θάλασσας με τον κόσμο της ξηράς με έναν παράξενο τρόπο, ενεργοποιώντας διαφορετικά τον χώρο το βράδυ. Ο Στέλιος Καλλινίκου κάνει πάντα σημαντική έρευνα στη δουλειά του και στην συνεργασία μας κοιτάζει την ιστορία της αφήγησης της Κύπρου από μια αποικιοκρατική σκοπιά. Θα έχουμε κι άλλες πολλές ενδιαφέρουσες συμμετοχές τις οποίες θα ανακοινώσουμε σύντομα.
–Πέρσι αλλά και φέτος συμμετέχουν γκαλερί από διάφορες χώρες. Πόσο γόνιμος είναι αυτός ο διάλογος με τους ανθρώπους της τέχνης στην Κύπρο; Είναι πολύ γόνιμος. Οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή μεταξύ τους στα πλαίσια των τεσσάρων ημερών που διαρκεί η διοργάνωση και εξετάζονται πιθανές συνεργασίες, με αποτέλεσμα κάποιες δουλειές να ταξιδέψουν στο εξωτερικό ή να έρθουν στην Κύπρο. Είναι πολύ σημαντικό να γίνεται αυτό και να υποστηρίζεται. Ανυπομονώ πραγματικά να δω από κοντά πώς θα διαμορφωθούν αυτές οι συναντήσεις.
–Ένα κρίσιμο ζήτημα για τους καλλιτέχνες είναι η επαγγελματική επιβίωσή τους. Πιστεύετε ότι μια διοργάνωση όπως το Vima Art θα συμβάλει στην οικονομική ενίσχυσή τους; Φυσικά. Ένας καλλιτέχνης για να επιβιώσει πρέπει να πουλά τη δουλειά του και ιδανικά επίσης να εκπροσωπείται από μια γκαλερί. Αυτή με τη σειρά της για να εξελιχθεί συμμετέχει σε art fairs ανά τον κόσμο, ώστε να δημιουργήσει συνδέσεις σε διεθνές επίπεδο αλλά και τοπικό. Οπότε, όλο αυτό είναι ένα οικοσύστημα τέχνης στο οποίο τα μέλη του συνομιλούν. Μια art fair είναι ένας τρόπος για να συναντηθεί ο κόσμος, ο οποίος όχι μόνο θα δει τέχνη και θα μιλήσει με τους καλλιτέχνες αλλά θα την αγοράσει κιόλας. Μην ξεχνάμε πως οι καλλιτέχνες κάνουν μια δουλειά, είναι επάγγελμα. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να αναπτυχθεί το εμπορικό κομμάτι της δραστηριότητας τους, επειδή θα βοηθήσει και την ίδια την εικαστική παραγωγή. Μέσα από την έρευνά μου παρακολουθώ πολύ το Φυτώριο στην Κύπρο και το πώς συντάσσει μαζί με την τοπική κοινότητα τους όρους που θέλουν να δουλεύουν οι καλλιτέχνες. Με αυτούς τους τρόπους δουλεύουμε κι εμείς στη διοργάνωση.
–Σε μια κρίσιμη εποχή με πολέμους και μεγάλη αβεβαιότητα, οι δημιουργοί μπορούν να αλλάξουν την οπτική μας για τον κόσμο; Φυσικά μπορούν. Ας σκεφτούμε τις φορές που έχουμε βρεθεί μπροστά από ένα έργο ή μια περφόρμανς και καταλαβαίνουμε ότι εκείνη την στιγμή αλλάζουμε. Αυτή την εμπειρία τη δεχόμαστε σαν ένα κύμα, σαν κάτι να έχει μετακινηθεί μέσα μας με έναν ιδιαίτερο τρόπο που μας επηρεάζει αργότερα. Είναι σημαντικό να ενισχύσουμε όλους τους τρόπους καλλιτεχνικής παραγωγής και έκφρασης. Χωρίς τους καλλιτέχνες και την τέχνη, προχωράμε με τον τρόπο που όλες αυτές οι δυνάμεις που ξεκινούν τους πολέμους θέλουν να κυβερνούν τις ζωές μας. Η τέχνη έχει τη δύναμη να μας κάνει να σταματάμε λίγο και να σκεφτόμαστε διαφορετικά. Με ενδιαφέρει επίσης το μοίρασμα εμπειριών μεταξύ των ανθρώπων μέσα από την τέχνη με έναν τρόπο που ξεφεύγει από την εποπτεία και τον έλεγχο κυρίαρχων συστημάτων.
–Η τέχνη δηλαδή μπορεί να είναι ένα εργαλείο αμφισβήτησης; Πάντα. Μελετώντας το παρελθόν, έχουμε την Ιστορία όπως μας τη διδάσκουν στα σχολεία και την γράφουν στα βιβλία οι κυρίαρχες αφηγήσεις. Όταν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε πώς ζούσαν οι άνθρωποι μια συγκεκριμένη περίοδο, κοιτάμε την τέχνη, τι παρήγαγαν και τις εκθέσεις που γίνονταν εκείνη την εποχή. Οποιαδήποτε διοργάνωση κι αν κάνω, σκέφτομαι πώς θα την αντίκριζαν οι άνθρωποι σε πολλά χρόνια από τώρα και τι θα τους έλεγε για τις ζωές μας.
–Η δουλειά σας επικεντρώνεται στην σύγκλιση της τέχνης, της οικολογίας και της ταυτότητας. Ποια είναι η οπτική σας; Από το 2018 στην πρακτική μου, ειδικά στη Serpentine, με έχουν απασχολήσει θέματα τέχνης και οικολογίας – και συνεχίζουν να με απασχολούν. Ας αρχίσουμε να σκεφτόμαστε μια εικόνα: Σε πενήντα χρόνια από τώρα θα έχουμε ένα πλανήτη στα γόνατά του. Οτιδήποτε κάνουμε σήμερα, συνδέεται με όλα αυτά που επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων, των άλλων όντων και του πλανήτη απ’ εδώ και πέρα.
–Πόσο σημαντική ήταν η εμπειρία της 15χρονης θητείας σας στη Serpentine; Ήταν εξαιρετικά γόνιμη, με έχει διαμορφώσει ως άνθρωπο και επαγγελματία. Οι ευκαιρίες που είχα σε αυτό το περιβάλλον ήταν πολύ σημαντικές σε επίπεδο δουλειάς και συνεργασίας με φανταστικούς καλλιτέχνες, τους συνεργάτες μου και τον εξαίρετο καλλιτεχνικό διευθυντή της Serpentine Hans Ulrich Obrist. Αποτελεί ένα πολύ βασικό κομμάτι της ζωής μου. Αυτός ο θεσμός πρεσβεύει σημαντικές αξίες στις οποίες πιστεύω ακράδαντα.
–Ξεκινήσατε με σπουδές στη βιοχημεία. Πώς αλλάξατε πορεία και στραφήκατε στην τέχνη; Η τέχνη ήταν πάντα κάτι που αγαπούσα και με ενδιέφερε. Όταν έπρεπε να αποφασίσω τι θα σπουδάσω, επέλεξα ως πρώτο πτυχίο την βιοχημεία που επίσης αγαπούσα. Όταν ξεκίνησα να σπουδάζω στο Λονδίνο, ένιωσα ότι με ενδιαφέρει μεν αλλά όχι για να ασχοληθώ επαγγελματικά. Ήμουν 18 χρονών, και ξαφνικά ανακαλύπτω το Λονδίνο και όλα αυτά που έχει να προσφέρει στο επίπεδο της τέχνης και του πολιτισμού. Τότε κατάλαβα ότι αυτή είναι η πορεία που θέλω να ακολουθήσω. Η τέχνη, βέβαια, ήταν στη ζωή μου από παιδί. Οι γονείς μου αγαπούσαν πολύ τον πολιτισμό, και συχνά ήμουν μαζί τους σε μουσεία και εκδηλώσεις που αφορούσαν όχι μόνο τα εικαστικά αλλά και τη μουσική και άλλες τέχνες. Ήμουν πολύ τυχερός που είχα αυτά τα ερεθίσματα.
-Με τον Hans Ulrich Obrist, καλλιτεχνικό διευθυντή της Serpentine, είστε συνεπιμελητές της έκδοσης 140 Artists’ Ideas for Planet Earth (Penguin, 2021). Ποια θέματα αναδεικνύει αυτή η έκδοση; Είναι ένα βιβλίο που θέλαμε να κάνουμε πριν ξεκινήσει η πανδημία. Όταν πλησίαζε το 2020, ήταν τα 50 χρόνια της Serpentine η οποία πάντα κοιτάει μπροστά. Δεν θέλαμε να κάνουμε κάτι επετειακό και να πούμε «τι ωραία που τα καταφέραμε». Κοιτάξαμε τα επόμενα 50 χρόνια και είδαμε το 2070 έναν πλανήτη στα όρια της καταστροφής και της κατάρρευσης. Αποφασίσαμε λοιπόν να αφιερώσουμε την επέτειο στην κλιματική κρίση και συνεργαστήκαμε με καλλιτέχνες που ασχολούνται με αυτό το θέμα μακροπρόθεσμα. Το πρόγραμμα κράτησε τρία χρόνια με διάφορα πρότζεκτ. Ένα από αυτά ήταν αυτή η έκδοση, που τη σκεφτήκαμε μαζί με τον Hans Ulrich Obrist και τη συνεπιμελητική ομάδα. Η έκδοση λειτουργεί σαν ένα πολυφωνικό μέσο που συγκεντρώνει ιδέες και σχέδια για έναν καλύτερο κόσμο, έναν πλανήτη καλύτερο απ’ ό,τι τον βρήκαμε. Έχουν πωληθεί γύρω στις 250.000 αντίτυπα και κυκλοφόρησε σε δύο εκδόσεις.
Info
- Λεμεσός, The Warehouse by IT Quarter. Η 2η VIMA Art Fair οργανώνεται από τις 15 μέχρι τις 17 Μαΐου (Preview: 14 Μαΐου). Εισιτήρια: more.com
Ελεύθερα 5.4.2026