Η πόλη που υιοθέτησα στα πρώιμα εφηβικά μου χρόνια. Περπατώντας. Σταματώντας. Παίρνοντας βαθιά ανάσα όποτε έβλεπα κάτι που με αναστάτωνε υπέροχα.
Το φωτογράφιζα με το μυαλό μου. Ο σκληρός μου δίσκος, που ακόμα τα έχει καλά αποθηκευμένα. Με ένα «κλικ», μεταφέρομαι όπου θέλω. Παρατηρώ δυο πόδια που περπατούν σ’ ένα πεζοδρόμιο της Σόλωνος. Τα παπούτσια καλογυαλισμένα. Και στην επόμενη γωνιά, με το κασελάκι του, ο λούστρος κ. Κώστας.
Μας άφησε χρόνους δύο χρόνια μετά που πήγε στ’ ανάθεμα η δικτατορία των συνταγματαρχών. Δεν τους χώνευε. «Μη τυχόν κι έρθουν να τους γυαλίσω τα παπούτσια τους. Ουστ από δω, τενεκέδες ξεγάνωτοι. Τι σας μαθαίνουν μωρέ, εκεί στο στρατό;».
Η πόλη μου σήμερα δεν έχει πολλούς ανθρώπους με πιστοποιημένο ISO «Αθηναίος».
Τα πιο πολλά σπίτια και διαμερίσματα δεν έχουν πια, ούτε την όψη, ούτε τη μυρωδιά ενός γιασεμιού, ούτε και τα λευκά απλωμένα στις ταράτσες ή στις βεράντες. Το πρόγραμμα ενός στιβαρού πλυντηρίου, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την «σειρά» μιας αρχόντισσας νοικοκυράς.
Γεμίσαμε AirBnB. Αν μένεις δίπλα, δεν λογίζεσαι «γείτονας». Όσο για το «έλα να πιούμε καφέ», αυτό δεν «παίζει» με τίποτα.
Υπάρχουν, όμως, ακόμα, πολλές ιστορικές πόλεις σε όλη την Ευρώπη που δεν έχουν πουλήσει τη ψυχή τους σε «όποιον να ’ναι». Οι υποδομές και τα ιστορικά μέρη καθορίζουν το «στίγμα» των συνοικιών, των περιοχών, κατ’ επέκταση και των ανθρώπων.
Η Αθήνα μου αποσυναρμολογείται.
Πολλοί επισκέπτες συνδυάζουν την παραμονή τους γύρω από το πού θα φάνε. Σε δεύτερη μοίρα έρχονται μια θεατρική επιθεώρηση και τελικά τα σκυλάδικα.
Υπήρχαν και αυτά, αλλά ήταν κανονικά νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Όχι σκυλάδικα. Και, μάλιστα, με τον τραγικό τους ήχο στη διαπασών. Θυμάμαι το «Πού είσαι καημένε Περικλή», γνωστό και με τον τίτλο «Αν ζούσαν οι αρχαίοι») κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1968.
Συνθέτης & Στιχουργός, ο Γιώργος Μητσάκης. Πρώτη Ερμηνεία: Γιάννης Καλατζής, μαζί με τη Ρούλα Καλαβρού την Καίτη Αμπάβη και τον Θόδωρο Κανακάρη στις δεύτερες φωνές. Όλα τα τραγούδια είχε δεύτερες και τρίτες φωνές.
Το κομμάτι αγαπήθηκε πολύ για το έξυπνο και χιουμοριστικό του ύφος, καθώς φαντάζεται πώς θα αντιδρούσαν σπουδαίες προσωπικότητες της αρχαίας Ελλάδας (όπως ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και ο Διογένης) αν έβλεπαν τη σύγχρονη Αθήνα, τη νυχτερινή ζωή και τα μπουζούκια.
Τότε, το 1968. Σωζόταν το πράγμα. Είχε υπερβολή, αλλά όχι «δηθενιές».
Θυμάμαι τη πρώτη φορά που πήγαμε με τους γονείς μας στην Επίδαυρο. Φύγαμε με πούλμαν από την Αθήνα. Δεν υπήρχε ούτε ένας που να μην ήταν καλοντυμένος.
Σε ελάχιστα χρόνια από την ίδρυση του Φεστιβάλ Αθηνών, μέσα στο οποίο από τότε εντασσόταν και η Επίδαυρος, 70 χρόνια παραστάσεις που έγραψαν Ιστορία.
Από την Μαρία Κάλλας και τον Δημήτρη Μητρόπουλο που σφράγισαν τα πρώτα χρόνια του Φεστιβάλ μέχρι τον Κέβιν Σπέισι πρόσφατα, τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ, τον σπουδαίο βιολονίστα και μαέστρο Νταβίντ Όιστραχ (1908-1974), η δεκαετία του ’60 μπαίνει δυναμικά με τη «Νόρμα» του Μπελίνι που παρουσίασε η Εθνική Λυρική Σκηνή το 1960 με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας και, έναν χρόνο μετά, η «Μήδεια» του Κερουμπίνι με την ίδια κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά-κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη, προκαλεί και πάλι το ενδιαφέρον του διεθνούς στερεώματος.