Οι θεσμοί προστατεύονται μόνο όταν τους σέβονται και τους εμπιστεύονται οι πολίτες, όχι ο Εισαγγελέας, ούτε οι δικαστές.

Η κρίση των θεσμών, που όλοι βλέπουν και ομολογούν εδώ και χρόνια, δεν εστιάζεται στο αν διαφωνούν σε κάποια ζητήματα ή και σε όλα, ο Εισαγγελέας και ο Ελεγκτής ή η βουλή και η κυβέρνηση, ούτε στο αν έχει εμπάθεια ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης ως ζωντανός άνθρωπος με αισθήματα και ευαισθησίες. Αλλά στο πώς αντιλαμβάνεται ο λαός τη λειτουργία και την αξιοπιστία του κάθε θεσμικού αξιωματούχου ή οργάνου.

Οι δικαστές φρόντισαν στην απόφασή τους για τον Οδυσσέα να βάλουν και σε αυτό όρια. Λένε: «Ούτε και επαφίεται στους πολίτες, υποκειμενικά, χωρίς γνώση του αποδεικτικού υλικού και συνυπολογισμό όλων των παραγόντων που επιδρούν, να αποφανθούν κατά πόσον συγκεκριμένος αξιωματούχος είναι ακατάλληλος, λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματός του, υποκαθιστώντας κατ΄ αυτό τον τρόπο το Συμβούλιο».

Φυσικά και δεν υποκαθιστά κανένας το Δικαστικό Συμβούλιο. Γι΄ αυτό και ήδη η απόφασή του εκτελέστηκε. Αλλά, μετά από αυτό, ο καθένας δικαιούται να σκεφτεί: είναι το Συμβούλιο υπεράνω της δημοκρατίας εκφραστής της οποίας είναι πάντα και για όλα η λαϊκή ετυμηγορία; Επειδή επικαλείται «γνώση του αποδεικτικού υλικού», που δεν έχουν οι πολίτες; Μα, έχουν. Διάβασαν το “αποδεικτικό υλικό” στις 209 σελίδες της απόφασης και το απέρριψαν κατά συντριπτική πλειοψηφία. Σε χθεσινή δημοσκόπηση του philenews, με δείγμα 15.452, το 82% θεωρεί λανθασμένη την απόφαση του δικαστηρίου.

Ένας από τους κορυφαίους νομικούς της Ελλάδας, πανεπιστημιακός, διδάκτωρ συνταγματικού δικαίου, ο Αριστόβουλος Μάνεσης, σε μια ομιλία του το 1975, με θέμα «Η κρίση των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας και το Σύνταγμα», απαντά καταλυτικά και στους δικαστές και σε όσους άλλους μας καλούν να δεχθούμε τη σοφία τους και να σκάσουμε.

«Η κυρίαρχη τάξη», είπε, «όταν δεν μπορεί, εξ αιτίας του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων, να απαρνηθεί ολότελα την Ιδεολογία της και να καταλύσει ανοιχτά τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, εμφανίζεται αντίθετα -κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία- ότι μεριμνά για την κατοχύρωσή τους». Και ακόμα περισσότερο, διεκδικεί για τον εαυτό της ένα είδος «πολιτικής ορθοδοξίας» και «στο όνομα αυτής αφορίζει τούς φορείς απόψεων που την αντιμάχονται: τους καθιστά «αποσυνάγωγους», τείνει να τους αποκλείσει από τον πολιτικό βίο και τους εμποδίζει να χρησιμοποιούν Ισότιμα τις θεσμοποιημένες δημοκρατικές διαδικασίες και τις ατομικές ελευθερίες. Διότι τους χαρακτηρίζει “εσωτερικούς εχθρούς”».

Πιο αντιπροσωπευτική περιγραφή από τα λόγια του Μάνεση, για ό,τι συνέβη την Τετάρτη δεν υπάρχει. Εμφανίζονται ότι μεριμνούν για την κατοχύρωση των θεσμών, και στο όνομα μιας δικής τους «πολιτικής ορθοδοξίας» κατέστησαν αποσυνάγωγο (δηλαδή, αποκηρυγμένο, απόβλητο, εξοστρακισμένο), αφόρισαν, αυτόν που ήταν φορέας απόψεων οι οποίες αντιμάχονται την κυρίαρχη τάξη. Την κυρίαρχη τάξη της διαφθοράς; Αυτή είναι η ουσία. Όλα τα άλλα είναι παραμύθια της Χαλιμάς.

Όταν έχουμε τον κορυφαίο Μάνεση να τα λέει αυτά από το 1975, είναι τουλάχιστον υποκρισία και μεσαιωνισμός να ακούμε σήμερα δικηγόρους, δημοσιογράφους και πολιτικούς, να μας καλούν κι εμάς και τους πολίτες να μην στοχοποιούμε και να μην δαιμονοποιούμε το δικαστήριο. Ακόμα λίγο θα μας πουν να μην σκεφτόμαστε. Διότι, σκέφτονται για εμάς οι δικαστές. Ξεχνούν ότι ακόμα και το αλάθητο του Πάπα δεν ισχύει στις μέρες μας.

Οι οκτώ δικαστές του Ανωτάτου, όπως και όλοι οι δικαστές, κρίνονται όπως όλοι οι άλλοι στην κοινωνία μας. Αν τους βρίζουν στα διαδίκτυα δεν σημαίνει ότι θα επικαλούνται αυτούς για να βάλουν φίμωτρο σε όλους όσους κρίνουν την απόφασή τους. «Άνοιξε ο οχετός και χύθηκε ο βόθρος», έγραφε χθες ένας δημοσιογράφος διότι διάβασε σε μια εφημερίδα κριτικές για την απόφαση.

Οχετός και βόθρος! Έτσι θα λέμε πλέον την κριτική για να την υποβαθμίζουμε. Κριτική είναι, επίκριση, αντίδραση σε μια απόφαση που ο καθένας δικαιούται να απορρίπτει. Έστω και φραστικά μόνο. Διότι, πρακτικά δεν μπορεί να την απορρίψει, η απόφαση είναι τελεσίδικη και εφαρμόστηκε από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σκάσουμε, να μην μιλά κανένας, γιατί θίγεται δήθεν ο θεσμός.

Να μην ανησυχούν, δεν θα χάσουν τη χαρά, τελείωσε ο Οδυσσέας ως Γενικός Ελεγκτής. Αυτό που τίθεται πλέον προς συζήτηση είναι το αν αυτό ωφελεί ή βλάπτει την κοινωνία και το κράτος. Ή και τους θεσμούς. Επί της ουσίας, λοιπόν, όσοι πιστεύουν -και το Ανώτατο Δικαστήριο- ότι προστάτευσαν τους θεσμούς με αυτή την απόφαση ας ακούσουν τι λένε οι πολίτες. Αυτοί για το συμφέρον των οποίων υποτίθεται ότι εργάζονται οι θεσμοί.