Υπήρξε μια εποχή που άγρια φονικά, ειδωμένα μέσα από μια άλλη οπτική, ενέπνευσαν μεγάλους δημιουργούς και χάρισαν στην ποίηση, το τραγούδι, τον κινηματογράφο, μνημειώδη έργα. Αν κάποιος σκότωνε σήμερα τρεις ανθρώπους απλά και μόνο γιατί δεν σταμάτησαν να χορεύουν ώστε να έχει την πίστα δική του ο αδελφός του, θα μπορούσε ένας δημιουργός να γράψει ένα μακρύ ζεϊμπέκικο; Θα μπορούσε κάποιος να δει πίσω από το φονικό την ψυχή του δράστη, τα σκοτάδια του μυαλού του, τις αιτίες αυτών των σκοταδιών; Κι αν, με αφορμή το φονικό, έγραφε στίχους όπως «…Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του/Με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου/Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου…», ο δημιουργός δεν θα λοιδορείτο, δεν θα κατηγορείτο πως δίνει άλλοθι στο φονιά και πως ωραιοποίει ένα φρικτό έγκλημα;

Το 1976, ένας άνθρωπος, ονόματι Νίκος Κοεμτζής, σκότωσε τρεις θαμώνες κέντρου διασκέδασης όταν αυτοί δεν κατέβηκαν από την πίστα ώστε να χορέψει ο αδελφός του την παραγγελιά που είχε δώσει. Τρία χρόνια αργότερα, ο Διονύσης Σαββόπουλος, στο δίσκο «Ρεζέρβα» συμπεριέλαβε ένα τραγούδι που έγραψε με αφορμή το περιστατικό αυτό. «Το μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο». Ένα κομμάτι ορόσημο από κάθε άποψη στην ελληνική μουσική, όπως και «Ο Γιάννης ο φονιάς», σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκη. «…Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς/με του καημού τ’ αγκάθι/θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά/ και τ’ όνειρο που εχάθη».

Λέγεται πως το τραγούδι αυτό βασίστηκε στη δολοφονία μιας γυναίκας από το σύζυγο της, τη δεκαετία του ‘60 στο χωριό Ηλεία, στην Πελοπόννησο. Ο «Γιάννης» αθωώθηκε γιατί διέπραξε το έγκλημα εν «βρασμού ψυχής» και οι συγγενείς τον υποδέχτηκαν στη σάλα. «Μονάχα το  Φροσί (η κόρη του) με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα, του φίλησε βουβά, τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα». (Στην πραγματικότητα η έξοδος από τη σάλα σημαίνει αυτοκτονία).

Είναι επίσης μια ταινία, της δεκαετίας του ’80, η οποία κέρδισε στην εποχή της βραβείο καλύτερης ταινίας, σεναρίου και α’ αντρικού ρόλου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. «Άγγελος» είναι ο τίτλος κι αναφέρεται στη δολοφονία ενός 22χρόνου από τον 19χρόνο εραστή του. Όπως και τα δύο τραγούδια, έτσι και η ταινία προσπαθεί να ρίξει φως στη ψυχή του δράστη.

Σήμερα, κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Όχι μόνο γιατί οι εποχές έχουν αλλάξει, αλλά ακόμα και όσοι συγκινηθήκαμε κάποτε από τους στίχους των τραγουδιών αυτών (και δεν θα τα αφορίσουμε ποτέ) δεν βρίσκουμε νόημα να ψάχνουμε πίσω από βάρβαρες πράξεις. Ο φόνος είναι φόνος, δεν χωράει ρομαντισμό.