«Τι θα κάνει η Κίνα;». Αυτό το –ίσως συχνότερο– ερώτημα του τελευταίου διαστήματος, σίγουρα δε το πιο… αναπάντητο, επανέρχεται αυτή τη φορά με αφορμή το Ιράν, καθώς τα περιθώρια στενεύουν και η ένταση με τις ΗΠΑ αυξάνεται.

Το βασικό, αν και όχι μοναδικό, διακύβευμα για το Πεκίνο στην υπόθεση «Ιράν» είναι το πετρέλαιο. Εάν, μετά τη Βενεζουέλα, «χαθεί» και το Ιράν, τότε η Κίνα θα αντιμετωπίσει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, και δεν θα είναι μόνο ενεργειακό. Θα είναι, όπως εκτιμούν οι αναλυτές, ένα πολυεπίπεδο σοκ για την οικονομία, τη βιομηχανική δομή της Κίνας και τη γεωπολιτική της ισορροπία. Το ότι το Πεκίνο θα αντέξει θα πρέπει να θεωρείται κάτι περισσότερο από δεδομένο. Το ζητούμενο είναι ποιο θα είναι το κόστος.

Και είναι βέβαιο πως το κόστος αυτό θα κινηθεί σε δυσθεώρητα ύψη, σε όλα τα επίπεδα.

Το 2025 η Κίνα εισήγαγε περίπου 11,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως. Από αυτά, σχεδόν 642.000 βαρέλια προέρχονταν από τη Βενεζουέλα – ροή που ήδη αναμένεται να συρρικνωθεί σημαντικά από τις αρχές του 2026. Οι αποστολές από το Ιράν εκτιμώνται γύρω στα 1,38 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Αν, λοιπόν, «χαθούν» και οι δύο πηγές, η Κίνα θα κληθεί να αναπληρώσει περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια αργού την ημέρα, δηλαδή το 15–20% των συνολικών εισαγωγών της.

Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να απορροφηθεί αθόρυβα.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς αν η Κίνα δεν μπορεί απλώς να στραφεί στις χώρες που καλύπτουν το υπόλοιπο 80%. Μπορεί, όμως δεν είναι καθόλου απλό, για δύο λόγους: πρώτον, διότι η αύξηση της προμήθειας από μία χώρα δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση, ειδικά όταν γίνεται εξ ανάγκης και εν μέσω κρίσης· και δεύτερον, διότι η Βενεζουέλα και το Ιράν παρείχαν φθηνό πετρέλαιο στην Κίνα λόγω των κυρώσεων.

Μέσω ενός «γκρίζου» συστήματος, που είχε στηθεί τόσο στη μεταφορά όσο και στην πληρωμή, η Κίνα αγόραζε κάθε βαρέλι με έκπτωση 10–20 δολαρίων κάτω από το Brent, τον διεθνή δείκτη τιμολόγησης του πετρελαίου.

Η Κίνα δεν αναγνωρίζει τις κυρώσεις των ΗΠΑ έναντι των δύο χωρών σε ό,τι αφορά το πετρέλαιο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των πελατών τους, που δεν ήθελαν να συγκρουστούν με την Ουάσινγκτον, είχε αποχωρήσει εδώ και καιρό. Το Καράκας και η Τεχεράνη αναγκάστηκαν έτσι να προσφέρουν αυτή την έκπτωση στην Κίνα, λόγω της ανάγκης να διαθέσουν το προϊόν τους, μέσω «υπόγειων» συναλλαγών, μικρών κινεζικών τραπεζών και μεταφορών από πλοίο σε πλοίο στη θάλασσα.

Με αυτό το πετρέλαιο η Κίνα τροφοδοτεί τα λεγόμενα teapots (ή «τσαγιέρες»), τα ανεξάρτητα διυλιστήρια τα οποία, αν και δεν καλύπτουν το εύρος των μεγάλων κρατικών διυλιστηρίων, είναι ιδιαίτερα σημαντικά για συγκεκριμένους τομείς της βιομηχανικής παραγωγής.

Εάν προκύψουν τέτοιες ελλείψεις, κάποια teapots ενδέχεται να κλείσουν, ενώ όσα παραμείνουν σε λειτουργία θα αντιμετωπίσουν πολύ υψηλότερο κόστος παραγωγής. Η συνέχεια είναι γνωστή. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι τα διυλιστήρια αυτά παράγουν καύσιμα για βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες με τη σειρά τους παράγουν μαζικά, φθηνότερα προϊόντα.

Παράγουν επίσης άσφαλτο.

Εδώ πλέον μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι ενδέχεται να ακολουθήσει.

Αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα έρθει από τη μία μέρα στην άλλη. Το 2025 το Πεκίνο αύξησε σημαντικά τα αποθέματά του, προσθέτοντας περίπου 430.000 βαρέλια ημερησίως. Αυτό, όμως, δεν λύνει το πρόβλημα. Δίνει μεν χρονικό περιθώριο στην Κίνα, δεν προσφέρει όμως λύση. Η άντληση από τα αποθέματα δεν μπορεί να είναι διαρκής, ενώ οι εισαγωγές από τους υφιστάμενους προμηθευτές –Σαουδική Αραβία, Ρωσία, Ιράκ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα– συνεπάγονται σαφώς υψηλότερο κόστος.

Και η αλυσίδα των επιπτώσεων ξεκινά εκ νέου, υπό τη σκιά μάλιστα και των επιπρόσθετων δασμών που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ για τις χώρες που προμηθεύονται ιρανικό αργό.

Πέρα από το καθαρά οικονομικό κόστος, η πίεση των ΗΠΑ μέσω κυρώσεων μετατρέπει το ενεργειακό κόστος σε εμπορικό και χρηματοοικονομικό. Για το Πεκίνο, κάθε βαρέλι από το Ιράν αυξάνει ήδη το ρίσκο πρόσβασης της Κίνας σε αγορές, σε τράπεζες και σε τεχνολογία.

Τι θα κάνει λοιπόν το Πεκίνο; Οι αναλυτές εκτιμούν ότι, σε πρώτη φάση, θα αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει αποθέματα για εξομάλυνση των τιμών, να μεταφέρει βάρος από τα ανεξάρτητα στα κρατικά διυλιστήρια και να επιδιώξει διάλογο με τις ΗΠΑ για σιωπηρή ανοχή περιορισμένων εισαγωγών από το Ιράν. Εάν το σοκ, παρ’ όλα αυτά, δεν απορροφηθεί –κάτι ιδιαίτερα πιθανό– ενδέχεται να καταφύγει και σε μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης.

Το τι συμβαίνει, λοιπόν, στο Ιράν αφορά άμεσα την Κίνα και την επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν βρισκόμαστε, σε αυτή τη φάση, μπροστά σε στρατιωτική σύγκρουση με τις ΗΠΑ, αλλά σε έναν οικονομικό πόλεμο. Και σε κάθε πόλεμο, οι απώλειες δεν είναι μόνο άμεσες, αλλά και παράπλευρες – σε ολόκληρο τον πλανήτη.