Οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι επαναφέρουν θέμα τροποποίησης της πολιτικής για αδειοδότηση εργατών από τρίτες χώρες. Δεν προκαλεί βέβαια έκπληξη το νέο αίτημα.
Έχει γίνει ρουτίνα να αλλάζει η πολιτική ή στρατηγική όπως είθισται να λέγεται, παρ’ ότι με τις τόσες αλλαγές που έγιναν ή ζητούνται δεν πολυμοιάζει με στρατηγική. Την στρατηγική δεν την κάνεις Φεβράρη του ‘25 για να ζητάς να αλλάξει τον Φεβράρη του ‘26. Πρέπει να βλέπει μακριά και να έχει μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους. Διαφορετικά είναι απλώς επιβολή ισχύος από την εργοδοτική πλευρά. Θέλουμε γιατί μπορούμε, κάπως έτσι.
Διαβάζαμε χθες – προχθές ότι ζητούν προσωπικό οι ξενοδόχοι στην Πάφο. Πιθανότατα ζητούν και οι ξενοδόχοι σε άλλες περιοχές, απλά δεν πέσαμε πάνω σε δηλώσεις εκπροσώπων τους. Κάθε χρόνο ζητούν περισσότερο προσωπικό και κάθε χρόνο παραπονιούνται πως ούτε οι Κύπριοι ούτε άλλοι υπήκοοι χωρών της ΕΕ θέλουν να εργάζονται στον τομέα των ξενοδοχείων. Τα ίδια λένε και άλλοι επιχειρηματίες, σε πολλούς κλάδους.
Δεν θεωρούμε εξ ορισμού παράλογο να ζητούν συνεχώς πρόσθετο προσωπικό. Γιατί ζητούν όμως κάθε λίγο να χαλαρώνουν τα κριτήρια;
Την αξιοποίηση, στην ανάγκη, αλλοδαπών που είναι ήδη στην Κύπρο για διάφορους λόγους και με πολλούς τρόπους και νομοτυπικά δεν δικαιούνται να εργοδοτηθούν δεν το θέτει κανένας στα σοβαρά. Ή τίθεται μόνο το θέμα των ξένων φοιτητών, που εργάζονται νόμιμα υπό αυστηρές προϋποθέσεις και σε κάποιους τομείς μόνο.
Κάποιοι ίσως βολεύονται με την παράνομη ή αδήλωτη εργασία, η οποία κάνει ακόμα πιο δυσχερείς και αναξιοπρεπείς τις συνθήκες εργοδότησης και τις απολαβές που δίνονται. Και στους νόμιμους και στους μη νόμιμους. Διαφορετικά ο δημόσιος διάλογος για την εργοδότηση ανθρώπων που είναι ήδη στην Κύπρο και περιμένουν κάποιου είδους επισημοποίηση της διαμονής τους θα ήταν πιο συχνός και ουσιαστικός.
Και κοντά στις χιλιάδες των αλλοδαπών που θεωρούνται παράνομοι κάτοικοι αλλά εργάζονται σε ένα σημαντικό ποσοστό τους κάτω από τα κλειστά μάτια των αρχών, κάθε μερικούς μήνες ή κάθε τουριστική σεζόν επανέρχεται το αίτημα για τροποποίηση της στρατηγικής για τους ξένους εργάτες. Με τόσες τροποποιήσεις κανένας δεν θυμάται τώρα πια από ποιους περιορισμούς και ποιες προϋποθέσεις είχαμε ξεκινήσει κάποτε την ενίσχυση του εργατικού δυναμικού από το εξωτερικό.
Οι συντεχνίες το λένε ξεχείλωμα της πολιτικής και των κριτηρίων και πολύ πιθανό έχουν δίκαιο. Και αποδεικνύεται κάθε φορά πως, όσο κι αν φωνάξουν, στο τέλος αλλάζουν πάλι τα κριτήρια, εκφράζουν ικανοποίηση οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι, μικροί και μεγάλοι, και προετοιμάζονται για το επόμενο αίτημα για νέα τροποποίηση.
Πατάνε, είναι αλήθεια, στα στατιστικά που δείχνουν πολύ μικρή ανεργία, έστω και αν ο τρόπος που μετριέται ή διαπιστώνεται η ανεργία δεν θεωρείται αξιόπιστος από συνδικαλιστικές οργανώσεις. Είναι όντως σχετικά χαμηλή η ανεργία, αλλά είναι σε ψηλά επίπεδα και η μερική απασχόληση Κυπρίων και κοινοτικών, η προσωρινή ή ευκαιριακή εργοδότηση στην εστίαση ή την ψυχαγωγία και κυρίως η εργοδότηση στα όρια -λίγο πάνω, λίγο κάτω- του εθνικού κατώτατου μισθού. Και χωρίς ωριαία αποζημίωση. Είτε δουλεύεις 36 ώρες, είτε 40, είτε 46, εθνικός κατώτατος μισθός για πάσα νόσο. Και αν.
Χθες είχε συνάντηση η ηγεσία του ΚΕΒΕ με τον υπουργό Εργασίας και έθεσαν πάλι το αίτημα για προσλήψεις, μέσω αδειοδότησης από τρίτες χώρες. Αλλά ζήτησαν και χαλάρωση των κριτηρίων, αλίμονο. Μπορεί να είδε ήδη και η ΟΕΒ τον υπουργό για το ίδιο θέμα ή θα τον δει προσεχώς.
Σημασία έχει πως μια σημαντική μερίδα εργοδοτών δεν δείχνει καμία διάθεση να προσελκύσει ντόπιο εργατικό δυναμικό και να προσφέρει ικανοποιητικές απολαβές και κάποια προοπτική επαγγελματική. Ποντάρουν στο μικρότερο δυνατό εργατικό κόστος για την επαγγελματική επιβίωση ή την κερδοφορία τους και παρακάμπτουν την ανάγκη για βελτίωση της παραγωγικότητας, της ποιότητας και του εύρους των υπηρεσιών που προσφέρουν. Πολλοί από αυτούς περιορίζουν εν τέλει και τις δικές τους προοπτικές στον επαγγελματικό τους χώρο.