Ξαναείδα χθες την τηλεοπτική ταινία της δημόσιας τηλεόρασης της Γερμανίας, «March of Millions», που συζητήθηκε πολύ όταν πρωτοπροβλήθηκε και που υπενθυμίζει στον κόσμο ότι προς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 1945 όταν ο στρατός των Ναζί οπισθοχωρούσε μπροστά στην καλπάζουσα αντεπίθεση και προέλαση των Σοβιετικών, εκατομμύρια Γερμανοί άμαχοι κάτοικοι χωρών της ανατολικής Ευρώπης υπήρξαν θύματα αγριοτήτων καθώς εκδιώκονταν από τα σπίτια τους και βάδιζαν προς τα δυτικά για να σωθούν.
Η απέλαση των γερμανικών πληθυσμών από την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Τσεχοσλοβακία που άρχισε το 1944 και συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο στη βάση συμφωνίας της Σοβιετικής Ένωσης και των Δυτικών, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι μια εθνική πληγή για τη Γερμανία που ελάχιστοι τόλμησαν ν’ αγγίξουν. Ο βρόχος της ενοχής που έπνιγε τη μεταπολεμική Γερμανία λόγω των μαζικών απάνθρωπων εγκλημάτων και των γενοκτονιών του χιτλερικού καθεστώτος σε βάρος πολλών ευρωπαϊκών λαών και των Εβραίων, εμπόδιζε για δεκαετίες τους Γερμανούς να μιλήσουν ανοικτά για τη δική τους θυματοποίηση από τους νικητές του πολέμου.
Πιστεύω ότι η ταινία αυτή που παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, Ρώσους στρατιώτες να πυροβολούν παιδιά και να βιάζουν γυναίκες, δεν επιχειρεί να αναποδογυρίσει την Ιστορία, αλλά να αποκαταστήσει την ισορροπία της. Σίγουρα η ταινία δεν αρέσει στους Ρώσους και τους Πολωνούς που υπέφεραν τα πάνδεινα από τους Γερμανούς ναζιστές κατακτητές, αλλά η δυσαρέσκειά τους δεν μπορεί να σβήσει τα γεγονότα και να διαγράψει την ιστορική αλήθεια. Και, βέβαια, οι Γερμανοί, που εκφράζουν σήμερα ικανοποίηση γιατί αποκαλύπτεται επιτέλους αυτή η επώδυνη πτυχή της μεγαλύτερης εθνικής τραγωδίας τους, δεν είναι νοσταλγοί του χιτλερισμού ούτε ανόητοι νεοναζιστές. Ο πόνος και η θλίψη των κατοίκων της γερμανικής πόλης Δρέσδης που τον Φεβρουάριο του 1945 ισοπεδώθηκε από τις βόμβες αμερικανικών και βρετανικών αεροπλάνων σε μια φριχτή σφαγή χιλιάδων αθώων αντρών, γυναικών και παιδιών, δεν τους κάνει ούτε αντι-αμερικανούς, ούτε αντι-βρετανούς, ούτε αντι-ευρωπαίους.
Η Μαργκότ Κάισμαν, εκπρόσωπος της Γερμανικής Προτεσταντικής Εκκλησίας, συνόψισε ως εξής την άποψη των συμπατριωτών της γι’ αυτήν την περίοδο όπου οι ηγέτες της Γερμανίας ξεκίνησαν τον πιο αιματηρό πόλεμο που έγινε ποτέ, συμπεριφέρθηκαν σαν τέρατα και οδήγησαν τον λαό σε μια εξευτελιστική ήττα όπου εκατομμύρια άνθρωποι προσφυγοποιήθηκαν και χιλιάδες από αυτούς κατέληξαν κακοποιημένοι αιχμάλωτοι και καμένοι σωροί πτωμάτων στους γερμανικούς δρόμους: «Κανένας δεν θέλει να χρησιμοποιήσει τον πόνο της μιας πλευράς εναντίον του πόνου της άλλης. Αλλά η συμφιλίωση θα γίνει δυνατή μόνο όταν οι ένοχοι αναγνωρίσουν τα εγκλήματά τους και τα θύματα έχουν την ευκαιρία να πουν την ιστορία τους».