Ο πόλεμος στο Ιράν και οι εξελίξεις που έφεραν την Κύπρο στο επίκεντρο μιας διεθνούς κρίσης άνοιξαν ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο: την αδυναμία του κυπριακού κράτους να διαχειριστεί μια κρίση με πολεμικό σενάριο, αλλά και την έλλειψη επαρκών υποδομών που θα διασφαλίζουν την ασφάλεια των πολιτών του. Πρόκειται για βασικούς πυλώνες λειτουργικότητας ενός κράτους που οφείλει να μεριμνά ουσιαστικά για την προστασία της κοινωνίας του.
Η κρίση πολέμου στην ευρύτερη περιοχή, η οποία έφερε την Κύπρο αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να χρειαστεί να ενεργοποιήσει σχέδια πολιτικής άμυνας και προστασίας των πολιτών, αποκάλυψε και τη διαχρονική γύμνια μας ως κράτος — τόσο ως προς την ετοιμότητα αντίδρασης όσο και ως προς τις απαραίτητες κτιριακές και επιχειρησιακές υποδομές.
Η κατάσταση αυτή μας ξάφνιασε, μας εξόργισε και μας θορύβησε, σε βαθμό που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει ή και ξεπερνά τα όρια της υπερβολής. Σε μια κατεχόμενη πατρίδα που ζει υπό το καθεστώς μιας διαρκούς πολεμικής απειλής, που έχει βιώσει βομβαρδισμούς και εδώ και 52 χρόνια βρίσκεται σε μια εύθραυστη και παρατεταμένη πολεμική ανακωχή, ανακαλύψαμε ξαφνικά την ανεπάρκειά μας στα σχέδια πολιτικής προστασίας, με αφορμή ένα drone με εκρηκτικά που κατέπεσε στις Βρετανικές Βάσεις.
Ναι, είναι εξοργιστική η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι περισσότεροι χώροι που είχαν καταγραφεί ως καταφύγια. Ποιος όμως ασχολήθηκε σοβαρά με αυτό το ζήτημα όλα αυτά τα χρόνια; Πότε μπήκαμε πραγματικά στη διαδικασία να διερωτηθούμε πώς μπορούν να λειτουργήσουν αυτά τα σχέδια στην πράξη; Πότε πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές ασκήσεις ετοιμότητας και πότε η κοινωνία απαίτησε να ενημερωθεί και να προετοιμαστεί;
Και όλα αυτά σε ένα κράτος όπου σχεδόν κάθε σπίτι διατηρεί ένα ή και περισσότερα στρατιωτικά τυφέκια, τα οποία παραχωρούνται στους πολίτες για σκοπούς άμυνας, ακριβώς επειδή η χώρα βρίσκεται διαρκώς υπό την απειλή πολεμικής σύγκρουσης.
Ασφαλώς, οι ευθύνες βαρύνουν πρωτίστως την Πολιτεία και όλες τις κυβερνήσεις διαχρονικά για αυτές τις ελλείψεις. Είναι όμως μια ευθύνη που, σε κάποιο βαθμό, επιστρέφει και στους ίδιους τους πολίτες αυτής της χώρας. Ναι, στον καθένα από εμάς. Διότι η δημόσια ασφάλεια σε περιόδους στρατιωτικής ή άλλης κρίσης θα έπρεπε να αποτελεί ύψιστο πολιτικό ζήτημα. Είναι στοιχείο σωστής λειτουργίας ενός κράτους να δημιουργεί και να διατηρεί αποτελεσματικά σχέδια πολιτικής προστασίας — και είναι ταυτόχρονα καθήκον της ίδιας της κοινωνίας να τα απαιτεί.
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι για καμία κυβέρνηση μέχρι σήμερα το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε πραγματική προτεραιότητα. Η δημιουργία υποδομών και η εφαρμογή ενός λειτουργικού μοντέλου πολιτικής προστασίας απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και πολιτική βούληση. Δεν αποφέρουν άμεσα πολιτικά οφέλη και σπάνια αναγνωρίζονται σε περιόδους ειρήνης ή όταν δεν υπάρχει άμεση απειλή. Αυτή είναι, δυστυχώς, η πολιτική μας κουλτούρα — και έτσι λειτουργούμε.
Αχρείαστα βεβαίως να είναι και τα καταφύγια και τα σχέδια πολιτικής προστασίας. Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανένας δεν φαντάζεται τον εαυτό του να βρίσκεται σε μια κατάσταση ζωής και θανάτου, κρατώντας τα παιδιά του στην αγκαλιά και τρέχοντας να βρει καταφύγιο.
Δεν το θέλουμε — αλλά μπορεί να συμβεί.
Άλλωστε, τέτοιες εικόνες δεν αποτελούν μακρινό σενάριο για την Κύπρο. Πριν από περίπου μισό αιώνα ήταν η ίδια η πραγματικότητα της ζωής μας. Δεν ήταν απλώς τρομακτικοί εφιάλτες, αλλά καθημερινές εμπειρίες.
Και όταν — αν ποτέ — βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με ένα τέτοιο χάος, τότε θα αναζητούμε ευθύνες. Θα εκστομίζουμε κατάρες για όσους δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν το κράτος και την κοινωνία, ενώ παράλληλα θα θρηνούμε τη μοίρα μας. Σε μια τέτοια κατάσταση, πολύ πιθανόν να μην έχουμε ούτε την «πολυτέλεια» να εκτονώνουμε την οργή μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να επιδεικνύουμε την εκ των υστέρων σοφία μας.
Ας γίνει λοιπόν αυτή η κρίση μια αφορμή — μια ευκαιρία — ώστε το κράτος να μπει επιτέλους στη διαδικασία δημιουργίας ουσιαστικών υποδομών και αποτελεσματικών σχεδίων πολιτικής προστασίας. Όπως, για παράδειγμα, με την πρόταση που κατατέθηκε χθες στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά θα υπάρξει πραγματική υλοποίηση. Και κυρίως ότι θα φροντίζουμε διαχρονικά να ελέγχουμε και να διαπιστώνουμε την ετοιμότητά μας — όχι να το θυμόμαστε ξανά μόνο όταν θα πέφτουν βόμβες και πύραυλοι.
Διότι τότε μπορεί να είναι και πάρα πολύ αργά.