Αν μη τι άλλο έγινε ένα βήμα. Ίσως και για πρώτη φορά μια σοβαρή προσέγγιση για να αντιμετωπιστεί το αποικιοκρατικό καθεστώς των βρετανικών βάσεων.

Πέρα από άρθρα και διαδηλώσεις και προεκλογικές υποκρισίες, η κυβέρνηση έθεσε θέμα επαναδιαπραγμάτευσης του καθεστώτος και άνοιξε επίσημα τον διάλογο. Διότι ποτέ προηγουμένως δεν ετέθη το ζήτημα. Και το πιο σημαντικό είναι η αναφορά στο κείμενο συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου την περασμένη βδομάδα.

Ότι «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την πρόθεση της Κύπρου να ξεκινήσει συζήτηση με το Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο και δηλώνει έτοιμο να παράσχει συνδρομή, αν και όπως χρειαστεί». Επειδή το μήνυμα φτάνει στο Λονδίνο, που δεν μπορεί να το αγνοήσει. Γι΄ αυτό άλλωστε και αμέσως μετά τη Σύνοδο στην ΕΕ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, τηλεφώνησε στον  Νίκο Χριστοδουλίδη, ειδικά γι΄ αυτή την αναφορά.

Ο Πρόεδρος πρότεινε τη σύσταση τεχνικής επιτροπής των δύο χωρών για να συζητήσουν το καθεστώς των βάσεων. Είναι άγνωστο αν και πότε θα γίνει τελικά, αλλά το ότι τέθηκε ως πρόβλημα για το οποίο πρέπει να γίνουν διαβουλεύσεις είναι σημαντικό. Το λέω διότι διάφοροι ξύπνιοι προσπαθούν να ειρωνευτούν και να μηδενίσουν την εξέλιξη. Αλλά, δεν μας λέει κανένας τι έκαναν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, ή ακόμα και τα κόμματα που περιστασιακά ζητούν κατάργηση των βάσεων.

Ίσως το μόνο προηγούμενο είναι η συμφωνία επί Νίκου Αναστασιάδη, το 2014, που αλλάζει το καθεστώς των χωριών και των πολιτών της Δημοκρατίας γύρω από τις βάσεις, που τελούν ακόμα υπό μερική αποικιοκρατία. Δεκαεφτά χωριά διέπονται από ειδικό καθεστώς. Ένα καθεστώς το οποίο συμφώνησαν το 1960 ο Μακάριος και ο Κουτσούκ, που συζητούσαν επί οκτώ μήνες με τους Βρετανούς οι οποίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν αυτό το καθεστώς ώστε να μην έχουν προβλήματα γύρω από τις εγκαταστάσεις τους. Αλλά, μετά από 66 χρόνια είναι δυνατό να παραμένει αυτό το αποικιοκρατικό καθεστώς;

Δεν είναι λοιπόν νομικό το ζήτημα, διότι πολλοί νομικοί παρεμβαίνουν να μας εξηγούν την κυριαρχία των βάσεων και τις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης. Το ζήτημα είναι πολιτικό και ανθρωπιστικό. Γι΄ αυτό ας ανοίξει, επιτέλους, έστω και με αυτό που προτείνει ο Χριστοδουλίδης και δεν πειράζει αν δεν υπάρξει σύντομα αποτέλεσμα. Φτάνει που ανοίγει το θέμα ως πρόβλημα στο οποίο επιβάλλεται να δοθεί λύση.

Προσπάθησε να το ανοίξει και ο Τάσσος Παπαδόπουλος, για να λέμε την αλήθεια, με άλλο τρόπο. Όταν οι Βρετανοί συνέχιζαν να αδιάκοπα να είναι οι «κακοί δαίμονες» στο Κυπριακό, έκανε μελέτες, διόρισε επιτροπές και ετοίμασε σχέδιο ώστε να ασκήσει πίεση σε όσα αφορούν τις διευκολύνσεις που τους παρέχονται εκτός βάσεων. Όταν έχασε την προεδρία, τα σχέδια μπήκαν στα συρτάρια και δεν ξαναβγήκαν.

Δεν γίνεται, όμως, από το 1965 μέχρι σήμερα να μην συζητήθηκαν ούτε καν οι οικονομικές οφειλές της Βρετανίας για τις βάσεις. Υπάρχουν κι αυτές. Με τη Συνθήκη προβλέπεται ότι η Βρετανία θα καταβάλλει προς την Κυπριακή Δημοκρατία 12 εκατομμύρια λίρες για την πρώτη πενταετία ως δωρεά, και ακολούθως το ύψος της δωρεάς θα τύγχανε αναθεώρησης.

Την πρώτη πενταετία εκπλήρωσε την υποχρέωση, αλλά μετά ισχυριζόμενη ότι με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυβέρνηση και τη Βουλή άλλαξαν τα δεδομένα και μέχρι σήμερα δεν καταβάλλει κανένα ποσό. Ούτε και για τις διευκολύνσεις που παρέχονται σε έδαφος που ελέγχει η Δημοκρατία (χρήση συχνοτήτων, οδικό δίκτυο, λιμάνια, εναέριος χώρος, νερό κ.α.). Τα οφειλόμενα ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια. Τα ζητήσαμε ποτέ να νιώσουν, τουλάχιστον, οι Βρετανοί την πίεση;

Με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε επί Νίκου Αναστασιάδη, για τον απεγκλωβισμό εδάφους γύρω από τις βάσεις, οι  Βρετανοί ομολογούν ουσιαστικά ότι χρειάζονται για στρατιωτικούς σκοπούς μόνο το 22% του εδάφους που κατέχουν (αφού απεγκλωβίζουν το 78%). Ας μπει αυτό στον διάλογο. 22% στρατιωτικές βάσεις και ενοίκιο και τίποτε άλλο. Ούτε εδαφική κυριαρχία, ούτε κρατική υπόσταση, ούτε αποικία. Είναι μια αρχή.