Η κατάπαυση του πυρός ανάμεσα σε Ηνωμένες Πολιτείες, Ιράν και Ισραήλ ανακοινώθηκε. Τα όπλα σίγησαν έστω και προσωρινά. Και ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Βγήκε να ανακηρύξει τον εαυτό του νικητή. Με εκείνη τη σιγουριά του ανθρώπου, που πιστεύει πως αν φωνάξεις κάτι δυνατά, η πραγματικότητα θα υποκύψει. Άλλωστε, η αυτοπεποίθηση είναι το μόνο όπλο που έχει σταθερά στη φαρέτρα του.
Γιατί, ας είμαστε δίκαιοι, αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο ο Τραμπ είναι συνεπής, είναι η ικανότητά του να μετατρέπει κάθε εξέλιξη -ανεξαρτήτως αποτελέσματος- σε προσωπικό του θρίαμβο. Καταστροφή; Νίκη. Αδιέξοδο; Μεγάλη επιτυχία. Υποχώρηση; Στρατηγικός ελιγμός. Είναι μαέστρος σε αυτό. Αλλά ας δούμε λίγο την πραγματικότητα. Η αφιλότιμη επιμένει να μην συνεργάζεται με το αφήγημα του… μεγάλου νικητή.
Το Ιράν δεν κατέρρευσε. Δεν λύγισε. Δεν βγήκε με λευκή σημαία να παρακαλέσει για όρους. Αντιθέτως, μέχρι την τελευταία στιγμή συνέχιζε να πλήττει στόχους αμερικανικούς, συμμαχικούς, ισραηλινούς. Πρόκειται για περίεργη συμπεριφορά για έναν «ηττημένο». Σχεδόν σαν να μην είχε ενημερωθεί για το αφήγημα της Ουάσιγκτον. Βλέπετε, όσο οι βόμβες έπεφταν, τόσο η αίσθηση της «νίκης» του Τραμπ έμοιαζε με θέατρο του παραλόγου.
Το θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων όχι μόνο δεν κατέρρευσε εκ των έσω, όπως επιδίωκε η Ουάσιγκτον, αλλά βγήκε από τη σύγκρουση όρθιο. Σε ορισμένες στιγμές, μάλιστα, με εμφανή αυτοπεποίθηση. Παρά την εξόντωση του Χαμενεϊ και άλλων πρωτοκλασάτων αξιωματούχων του. Είτε αρέσει στον Τραμπ αυτό είτε όχι, είναι μια πραγματικότητα.
Και κάπου εδώ μπαίνουν στο κάδρο και τα Στενά του Ορμούζ. Ένα στοιχείο, που εμφανώς δεν υπολόγισε σωστά ο Τραμπ, όταν αποφάσιζει να μετατρέψει τη γεωπολιτική σε διαρκές ριάλιτι σιόου. Όταν αποφάσιζε να χειριστεί την παγκόσμια οικονομία με την ανευθυνότητα ενός τζογαδόρου.
Η δυνατότητα του Ιράν να επηρεάζει την παγκόσμια ροή ενέργειας δεν είναι απλώς διαπραγματευτικό χαρτί, είναι μοχλός ισχύος. Και όσο αυτός ο μοχλός παρέμενε ενεργός, τόσο η «απόλυτη επικράτηση» του Τραμπ έμοιαζε όλο και περισσότερο με διαφημιστικό σλόγκαν χωρίς αντίκρισμα.
Στο διπλωματικό πεδίο, το ΝΑΤΟ γνώρισε τη δική του… σεισμική δόνηση. Σύμμαχοι που δεν ήθελαν να εμπλακούν, άλλοι που σύρθηκαν απρόθυμα, και ένας Πρόεδρος, που πρώτα τους αποκάλεσε «άχρηστους» και μετά αναρωτήθηκε γιατί δεν τον χειροκροτούν όρθιοι. Πρόκειται για πρωτοποριακή προσέγγιση στη διπλωματία. Προσβάλλεις τους πάντες και μετά απαιτείς αφοσίωση. Σχεδόν επαναστατικό. Το αποτέλεσμα; Ρωγμές. Δυσπιστία. Και μια συμμαχία που μοιάζει λιγότερο παντοδύναμη και περισσότερο μπερδεμένη.
Όσο για το πυρηνικό ζήτημα, παραμένει θολό. Ασαφές. Ανοιχτό. Αλλά ποιος χρειάζεται σαφείς συμφωνίες όταν έχει δυνατές δηλώσεις; Στον κόσμο του Τραμπ, η πραγματικότητα είναι απλώς μια λεπτομέρεια που μπορεί να διορθωθεί με ένα καλό tweet. Απειλές, ρητορικά πυροτεχνήματα και πομπώδεις δηλώσεις έγιναν το κύριο όπλο. Ο πόλεμος δεν ήταν μόνο στρατιωτικός. Ήταν και θεαματικός. Όπως αρμόζει σε ένα παγκόσμιο ριάλιτι σόου.
Για περισσότερο από ένα μήνα, η διεθνής πολιτική μετατράπηκε σε ένα ατελείωτο θέατρο. Απειλές που θύμιζαν trailer. Δηλώσεις που άλλαζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Παλινωδίες που βαφτίζονταν «ευελιξία». Ένα θέαμα όπου η ουσία υποχωρούσε μπροστά στην εικόνα και η εικόνα μπροστά στην ανάγκη για χειροκρότημα.
Όταν η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει και έγινε σαφές ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί στα σενάρια, εμφανίστηκε η μεγάλη στιγμή της «στρατηγικής ιδιοφυΐας». Βρίσκεις την έξοδο, τη βαφτίζεις νίκη και φεύγεις πριν σε προλάβει η πραγματικότητα. Αν δεν μπορείς να κερδίσεις τον πόλεμο, τουλάχιστον κέρδισε τις εντυπώσεις.
Οι αριθμοί, όμως, είναι πεισματάρηδες. Δεν εντυπωσιάζονται από δηλώσεις. Ούτε από τις εντυπώσεις. Πολύ λιγότερο και από τα χειροκροτήματα. 3.300 νεκροί. 30.000 τραυματίες. 4,3 εκατομμύρια εκτοπισμένοι. Χιλιάδες κατεστραμμένες ζωές. Ένας απολογισμός που δεν μπορεί να χωρέσει σε καμία πανηγυρική ανάρτηση. Ούτε καν αν αυτή προέρχεται από τον πλανητάρχη. Ίσως, όμως, αυτό να είναι το νέο δόγμα. Δεν έχει σημασία τι συνέβη. Σημασία έχει πώς θα το παρουσιάσεις.
Κι εμείς; Παρακολουθούμε την παράσταση, αδύναμοι να αντιδράσουμε. Ανίκανοι ακόμη και να γιουχάρουμε τον ατάλαντο πρωταγωνιστή. Και όμως, υπάρχει ακόμη χώρος για μια άλλη φωνή. Μια φωνή που δεν μετρά «νίκες» με όρους εντυπώσεων, αλλά με όρους ανθρώπων.
Μέσα σε αυτό τον παραλογισμό, κάποιοι επιμένουμε να εστιάζουμε στους στίχους του τεράστιου Γιάννη Ρίτσου: «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο». Αφιερωμένο στον Τραμπ και στους όμοιους του, που αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η μεγαλύτερη ήττα δεν είναι να χάσεις έναν πόλεμο. Είναι να νομίζεις ότι τον κέρδισες. Και να πανηγυρίζεις.