Θέμα του χθεσινού μου κειμένου ήταν η σημασία της αξιοπρέπειας στον θάνατο, με αναφορά σε εκδήλωση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής Κύπρου στο πλαίσιο της Εβδομάδας Ευαισθητοποίησης για τη Βιοηθική, Ιατρική Δεοντολογία και Επιστημονική Ευθύνη που έγινε τον Νοέμβρη 2017.

Ομιλητής ήταν ο δρ Θεόδωρος Κυπριανού, τότε Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας που μετέφερε μέρος της εμπειρίας του «των χίλιων περίπου οικογενειών που περνούν κάθε χρόνο από την Εντατική, εκ των οποίων οι διακόσιες περίπου χάνουν τον άνθρωπό τους», όπως είχε υπογραμμίσει.

Ο γιατρός, ερευνητής και ακαδημαϊκός μοιράστηκε με τους παρευρισκόμενους «δυο μικρές ιστορίες» από την καθημερινότητα στη ΜΕΘ όπως τη ζούσε. «Η πρώτη περίπτωση», είπε, «αφορά ένα κοριτσάκι από τη Ρουμανία 8 ετών που ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα και είχε την ατυχία να είναι στην Κύπρο μόνο με τη μητέρα της, η οποία σκοτώθηκε στο ίδιο ατύχημα. Το κοριτσάκι υπέστη μια βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, το έφεραν στην Εντατική και ήταν σαφές ότι θα ζούσε μόνο λίγες ώρες. Η μαρτυρία μας αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού της Μονάδας έμειναν κοντά της και της κρατούσαν το χέρι εκ περιτροπής, μέχρι να ξεψυχήσει λίγες ώρες αργότερα, αφού δεν είχε κανένα δίπλα της και κανένα να την κλάψει. Ήταν πραγματικά μια συγκλονιστική εμπειρία, η οποία δείχνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι η ανθρώπινη προσέγγιση και η διάθεσή μας να προσφέρουμε, πέρα από αυτό που είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε.

Η δεύτερη ιστορία αφορά τα μέλη μιας οικογένειας που θέλησαν και πήραν στο χωριό μαζί τους τον πατέρα τους, ο οποίος ήταν στην Εντατική στα τελευταία στάδια. Εμείς είχαμε πει ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να ζήσει αυτός ο άνθρωπος, γιατί τα όργανά του ήταν κατεστραμμένα. Τους βοηθήσαμε να λύσουν τα προβλήματά τους με την υπηρεσία της κοινοτικής νοσηλευτικής και ο άνθρωπος αυτός πέθανε στην οικογένειά του και στο σπίτι του, γιατί αυτό ήθελε ο ίδιος και η οικογένειά του το σεβάστηκε».

Μέσα από αυτά τα δυο περιστατικά, ο δρ Κυπριανού ουσιαστικά μετέφερε την ιδέα για αντιμετώπιση του θανάτου ως κοινωνικού και πολιτισμικού γεγονότος και περιέγραψε τη συμπόνεση ως ήθος φροντίδας μέσα από τις πρακτικές που εφαρμόζονται στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στο τέλος της ζωής του βαριά πάσχοντα. «Αυτό το ήθος», είπε, «εμείς ιδιαιτέρως, πατώντας πάνω στον Ελληνικό και τον χριστιανικό πολιτισμό, πρέπει να το αναπτύξουμε και να το μετατρέψουμε σε ένα μοντέλο παροχής, το οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει και να εξαχθεί και στο εξωτερικό».