Από εκείνες τις σουρεαλιστικές μέρες της πανδημίας, αυτό που μού έχει μείνει πιο έντονα στη μνήμη είναι ο παραλογισμός. Η ευκολία με την οποία ακόμη και άνθρωποι που θεωρούσαμε σοβαρούς ρουφούσαν τις θεωρίες συνωμοσίας και απέρριπταν τα δεδομένα, την επιστήμη – πότε από φόβο για τι μας ξημέρωνε και πότε στη λογική αυτού που η σοφία των προγόνων μας έκλεισε σε εκείνη τη λαϊκή παροιμία: «ο καθένας το πορτίν του, ματσικόριδον στο ‘φτιν του».

Δεν ήταν βέβαια κυπριακό το φαινόμενο. Το ίντερνετ και, κυρίως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με όσα έφεραν – τα αρνητικά, διότι τα θετικά είναι περισσότερα -, η αμάθεια και η άρνηση της μάθησης σε μια εποχή που μπορεί κανείς να τα βρει όλα στο κινητό του, χωρίς, για παράδειγμα, να περιμένει να επιστρέψει ο προηγούμενος το βιβλίο στη βιβλιοθήκη, μαζί με τη θρησκοληψία, τα αδιάγνωστα κουσούρια μας και τις αμαρτίες των αιμομιξιών προηγούμενων γενεών και αιώνων, είχαν κατέβει εκείνες τις μέρες του πανικού σαν ένας χείμαρρος ανορθολογισμού.

Ένας χείμαρρος που άνοιξε την πόρτα του φρενοκομείου και που, αυτό είναι το εντυπωσιακότερο, συνέχισε να ρέει ως ισχυρό ποτάμι, με την πόρτα να κρέμεται από έναν μεντεσέ. Είπα το εντυπωσιακότερο; Λάθος. Το δεύτερο. Το πρώτο είναι πως ούτε η ροή από το φρενοκομείο προς τα έξω σταμάτησε. Τόσο, που ευλόγως διερωτάται κανείς αν ζούμε έξω ή μέσα.

Στο διάστημα αυτό, είτε το αντέχουν κάποιοι συνάδελφοι είτε όχι, η χώρα μας βρίσκεται στην καλύτερη θέση στην οποία βρέθηκε ποτέ. Από εκεί που ήμασταν ο περίγελος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πότε με τα οικονομικά θαύματα του μαρξισμού και τα κοινωνικά παντοπωλεία, από εκεί που είχαμε γίνει συνώνυμο του  όποιου απατεωνίσκου παγκοσμίως, βρεθήκαμε μέσα σε τρία χρόνια να είμαστε μια χώρα με επιδόσεις που θαυμάζονται στην ΕΕ και με έναν ρόλο στην περιοχή τον οποίο δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Εν μέσω πολέμων στη γειτονιά μας και παγκόσμιας κρίσης, καταφέραμε τόσα πολλά και κερδίσαμε διεθνή αναγνώριση.

Παρ’ όλα αυτά, η παράλληλη διάσταση, ο χείμαρρος που έλεγα πριν, όχι μόνο ζει και βασιλεύει, αλλά, εν τη απαθεία και αποχή μεγάλου μέρους της κοινωνίας, έχει παραδώσει τον δημόσιο διάλογο και τις συνιστώσες της λογικής σε φαιδρούς, σε λαϊκιστές, σε καιροσκόπους, σε αρνητές των πάντων και, γενικά, σε ένα είδος που μέρα με τη μέρα σέρνει τον τόπο στο χάος.

Όσα βλέπουμε με τις «αποκαλύψεις» που διαψεύδονται αλλά ο κόσμος συνεχίζει να τις χάφτει – κι εμείς να του τις ταΐζουμε, για να είμαστε δίκαιοι -, η ευκολία με την οποία μπορεί να δολοφονηθεί η υπόληψη οποιουδήποτε, η έλλειψη αντίδρασης στον κανιβαλισμό και την ισοπέδωση, το τρομακτικό θέαμα ανθρώπων που μπορούν να σκεφτούν αλλά επιλέγουν να στηρίζουν τον κάθε απατεώνα, τον κάθε αριβίστα, τον κάθε μωροφιλόδοξο που τους δουλεύει, ή το αμόρφωτο φυτό που ποτίζει ο κάθε επιτήδειος, όλα στο όνομα του «νέου» και της «κάθαρσης», όλα αυτά, λοιπόν, είναι ένδειξη παρακμής – όχι όμως των ως άνω. Δικής μας κοινωνικής παρακμής.

Μίζεροι, δεισιδαίμονες και αδαείς, ενίοτε από επιλογή, αφήσαμε τη μοίρα μας στα χέρια του κάθε ανώνυμου λογαριασμού στο Twitter, του κάθε πολιτικού τυχοδιώκτη και «σωτήρα» μας, του κάθε καραγκιόζη. Κάθε λαός την ηγεσία που του αξίζει; Το μόνο βέβαιο είναι πως την ηγεσία που έχουμε σήμερα δεν την αξίζουμε. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι σύντομα θα το πάθουμε κι αυτό.