Το ένα σκάνδαλο διαδέχεται το άλλο, οι αποκαλύψεις πέφτουν σαν καρεκλοπόδαρη βροχή και… παμό δεν έχουν. Η οργή, η αγανάκτηση, η στοιχειώδης αμηχανία, προσωρινά, έως το επόμενο επεισόδιο. Ο λαός στον κόσμο του. Χαϊρεντίζεται και την βρίσκει με το Τίκι-τόκο και τα reels. Σκρολάρει, γελάει, χαϊδεύει την οθόνη και χαϊδεύεται κι ο ίδιος με την ψευδαίσθηση ότι «εντάξει, έτσι είναι τα πράγματα». Και κάπως έτσι, η συλλογική συνείδηση μπαίνει σε αθόρυβη λειτουργία και αναδύεται ο συλλογικός επιφανειακός προβληματισμός για το σόου της κοινωνικότητας, η οποία, τι εστί είναι άγνωστο κεφάλαιο. Και για να μην βγάζω και την ουρά μας απ’ έξω, υπάρχουν και συνάδελφοι που για να είναι στο προσκήνιο και αρεστοί, αφενός, ακολουθούν τον λαϊκό παλμό για το πίσκαλα και την αποδοχή και αφετέρου, από σκοπιμότητα…
Η ρηχή και βολική ανεμελιά δίνει και παίρνει, λειτουργεί ως αναισθητικό. Βλέπουμε, ακούμε, ξέρουμε -ή τουλάχιστον υποψιαζόμαστε- και συνεχίζουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Θεσμοί απαξιώνονται μπροστά στα μάτια μας, το δημόσιο συμφέρον γίνεται ανέκδοτο και η έννοια της ευθύνης αντιμετωπίζεται ανεύθυνα, γραφικά. Και επανέρχεται η φράση, «σιγά, όλοι ίδιοι είναι», η φράση-άλλοθι που σκοτώνει κάθε πιθανότητα αντίδρασης πριν καν γεννηθεί.
Το ροζ συννεφάκι πλανάται πάνω από άδεια κεφαλάκια. Άδεια όχι από πληροφορία, κάθε άλλο. Πληροφορία υπάρχει άφθονη, χύμα, ασύνδετη, χωρίς φίλτρο. Άδεια από σκέψη είναι τα κεφάλια, από επεξεργασία, από διάθεση να μπουν τα γεγονότα σε μια σειρά και να βγάζουν νόημα. Κι όμως, αυτά τα κεφάλια έχουν άποψη επί παντός επιστητού. Όλα σε ένα story των 15 δευτερολέπτων, με λίγο χιούμορ, λίγη ειρωνεία και καθόλου βάθος.
Ο προβληματισμός είναι μπουρδουκλωμένος σ’ έναν λαβύρινθο και χωρίς τον μίτο της Αριάδνης. Όχι γιατί τα πράγματα είναι υπερβολικά σύνθετα, αλλά γιατί κανείς δεν κάθεται να τα ξεμπερδέψει. Είναι πιο εύκολο να τα κάνουμε καλαμπούρι. Να γελάσουμε με τη γελοιότητα της κατάστασης αντί να θυμώσουμε με την επικινδυνότητά της. Έτσι, μια διαφαινόμενη σοβαρή υπόθεση διαφθοράς γίνεται αφορμή για αστεία στο καφενείο του διαδικτύου, και μια κοινωνική αδικία καταντά viral για λάθος λόγους. Και το αντίθετο, μια μπούρδα γίνεται μέγα θέμα!
Παραδείγματα υπάρχουν άφθονα. Τραγωδίες που θα έπρεπε να μας στοιχειώνουν μετατρέπονται σε στιγμιαία θέματα συζήτησης, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο «καυτό» θέμα. Σοβαρές πολιτικές αποφάσεις περνούν σχεδόν απαρατήρητες, ενώ το κουτσομπολιό επικεντρώνεται στο ποιος είπε τι σε ποιο πάνελ και ποιος «ξεφτιλίστηκε» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ουσία χάνεται μέσα στον θεαθήναι και, το θεαθήναι γίνεται αυτοσκοπός.
Η μόνη συμμετοχή περιορίζεται σε ένα like, σε ένα share, άντε και σε ένα οργισμένο και τις πλείστες φορές σχόλιο -σκόπιμο ή αφελές- που ξεθυμαίνει μέσα σε λίγα λεπτά. Από εκεί και πέρα, ο καθένας το μακρύ και το κοντό του. Η συλλογικότητα αντικαθίσταται από μια παρέλαση ατομικών μικρόκοσμων, όπου το κοινό καλό δεν χωράει.
Και κάπως έτσι, η κοινωνία παρακολουθεί τον ίδιο της τον εκφυλισμό σαν θεατής σε κακή σειρά. Παραπονιέται για το σενάριο, κοροϊδεύει τους πρωταγωνιστές και αντιδρά κατά το δοκούν, αναλόγως κατά πώς βολεύεται. Το ροζ συννεφάκι είναι άνετο. Δεν απαιτεί κόπο, δεν απαιτεί ευθύνη. Απαιτεί μόνο να κοιτάς αλλού. Μέχρι, φυσικά, να σκάσει. Και τότε, θα είναι αργά για καλαμπούρια.
Τέλος, χωρίς υπεκφυγές και χαμόγελα ειρωνείας, δεν πάμε καλά. Όχι απλώς στραβοπατάμε, αλλά βαδίζουμε με αυτοπεποίθηση προς τον τοίχο, χειροκροτώντας κιόλας τη διαδρομή. Η εξοικείωση με την παρακμή και η άρνηση αυτοκριτικής είναι επιλογές. Και αυτές οι επιλογές έχουν κόστος, κοινωνικό και πολιτικό. Όσο συνεχίζουμε να βαφτίζουμε την αδιαφορία «χαλαρότητα» και την άγνοια «άποψη», τόσο θα βαθαίνει το ρήγμα. Γιατί κοινωνίες που δεν προβληματίζονται, δεν διορθώνονται. Απλώς φθείρονται, μέχρι να μην αναγνωρίζουν ούτε τον εαυτό τους.