Η υπόθεση «Σάντη» δεν είναι μια απλή υπόθεση που βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Είναι μια υπόθεση η οποία εμφανίστηκε σε μια περίοδο κατά την οποία τα σκάνδαλα σε συνδυασμό με την ατιμωρησία των υπευθύνων σε πολλά από αυτά, κορύφωσαν την καχυποψία της κοινωνίας και τη βαθιά δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.

Πλησιάζοντας, λοιπόν, όπως όλα δείχνουν, στο τέλος της διερεύνησης, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο. Η Αστυνομία δεν αρκεί να προβεί σε μια τυπική συνήθη ανακοίνωση για το όποιο αποτέλεσμα. Αν δεν διαχειριστεί σωστά την τελική της τοποθέτηση, τότε θα συντρίψει και το τελευταίο ψήγμα κρατικής αξιοπιστίας.

Μέχρι στιγμής, τα δεδομένα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας από αστυνομικές πηγές, δεν στηρίζουν το αφήγημα το οποίο συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Αντιθέτως, το αποδομούν σχεδόν πλήρως. Η περιβόητη «Σάντη» φέρεται να έχει αναλάβει την ευθύνη για την κατασκευή των μηνυμάτων. Φέρεται να έχει καταθέσει ότι χρησιμοποιούσε εφαρμογές για να δημιουργεί συνομιλίες βασισμένες σε αποσπασματικές πληροφορίες που αντλούσε από δημόσιες συζητήσεις.

Οι τραπεζικοί λογαριασμοί που εξετάστηκαν δεν επιβεβαιώνουν καμία από τις αναφορές περί διακίνησης μεγάλων χρηματικών ποσών στο όνομά της. Φωτογραφίες οι οποίες περιλαμβάνονταν στα μηνύματα της «Σάντης» αποδεικνύονται προϊόντα του διαδικτύου.

Ταξίδια που υποτίθεται ότι έγιναν, δεν επιβεβαιώνονται. Το σοβαρότερο έγκλημα το οποίο περιλαμβανόταν στις καταγγελίες Δρουσιώτη, εκείνο της παιδεραστίας καταρρέει υπό το βάρος των ίδιων των στοιχείων, με ημερομηνίες, ηλικίες και περιστατικά που δεν συνάδουν με την πραγματικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η καχυποψία παραμένει ακλόνητη για πολλούς. Επειδή, σε μια κοινωνία που έχει μάθει να αμφιβάλλει -και όχι αδίκως- η αλήθεια δεν αρκεί να υπάρχει. Πρέπει να αποδεικνύεται. Μάλιστα, με τρόπο που να πείθει.

Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο. Η Αστυνομία, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, δεν έχει απέναντί της απλώς μια υπόθεση προς ολοκλήρωση. Έχει απέναντί της μια κοινωνία που απαιτεί απαντήσεις. Συγκεκριμένες. Τεκμηριωμένες. Αδιαμφισβήτητες.

Διότι τα ερωτήματα δεν είναι απλά και δεν πρόκειται να εξαφανιστούν με μια λιτή ανακοίνωση δύο παραγράφων. Είναι πολλά και βασανιστικά, ακόμη και στα μυαλά των λιγότερο καχύποπτων.

Πώς μια γυναίκα, χωρίς ιδιαίτερη πρόσβαση σε διάφορα κέντρα εξουσίας, κατάφερε να χτίσει μια τόσο σύνθετη και πολυεπίπεδη αφήγηση; Πώς εντόπισε πρόσωπα που δεν είναι ευρέως γνωστά στο κοινό (π.χ. Μυλωνάκης); Πώς κατασκεύασε εκατοντάδες μηνύματα που, έστω και επιφανειακά, έμοιαζαν τόσο πειστικά; Κυρίως, πρόκειται απλώς για μια εντυπωσιακή σε έκταση και ένταση μυθοπλασία ή μήπως κρύβεται και κάποια δόση πραγματικών γεγονότων;

Παράλληλα, υπάρχει και η διάσταση των ανθρώπων που στοχοποιήθηκαν. Εκείνοι που είδαν τα ονόματά τους να διασύρονται δημοσίως. Να συνδέονται με εγκλήματα αποτρόπαια, χωρίς -όπως φαίνεται- την παραμικρή πραγματική βάση.

Εδώ, η ευθύνη της Πολιτείας δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της αλήθειας. Επεκτείνεται και στην αποκατάσταση. Θα υπάρξουν διώξεις; Θα αποδοθούν ευθύνες; Ή θα αρκεστούμε σε μια σιωπηλή μετάβαση στην «επόμενη μέρα», αφήνοντας πίσω κατεστραμμένες ζωές;

Η στήλη είχε εγκαίρως επισημάνει την ανάγκη για εμπλοκή ξένου ποινικού ανακριτή, ακριβώς για να περιοριστεί αυτή η βαθιά ριζωμένη καχυποψία. Δεν εισακούστηκε. Σήμερα, λοιπόν, το βάρος πέφτει εξ ολοκλήρου στους ώμους της ηγεσίας της Αστυνομίας. Με το περιθώριο λάθους να είναι μηδενικό.

Διότι αν η τελική ενημέρωση γίνει με τον γνωστό, άψυχο, γραφειοκρατικό τρόπο, που ενίοτε χρησιμοποιεί η Αστυνομία, με γενικόλογες αναφορές, ξύλινη γλώσσα και αποστειρωμένες διατυπώσεις, τότε το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Θα κάνουν μια τρύπα στο νερό!

Η κοινωνία δεν ζητά «καταγραφή γεγονότων» σε υπηρεσιακό σημείωμα. Δεν ζητά φράσεις κομμένες και ραμμένες για να μην ενοχλήσουν κανέναν. Δεν ζητά την κλασική εκείνη ανακοίνωση που λέει πολλά χωρίς να λέει τίποτα. Μια τέτοια ξύλινη γλώσσα θα αποβεί μπούμερανγκ. Θα θρέψει ακόμη περισσότερο την καχυποψία. Θα ενισχύσει τα σενάρια συνωμοσίας. Θα επιτρέψει στην αμφιβολία να ριζώσει ακόμη πιο βαθιά.

Αυτό που απαιτείται είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Πλήρης διαφάνεια. Αναλυτική και τεκμηριωμένη παρουσίαση των ευρημάτων. Στοιχεία που να αντέχουν σε κάθε έλεγχο. Απαντήσεις που να απαντούν με πειστικό τρόπο στα ερωτήματα των πολιτών.

Στο τέλος της ημέρας, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η αλήθεια για την υπόθεση «Σάντη». Είναι η ίδια η αξιοπιστία των θεσμών. Αυτή δεν αποκαθίσταται με ανακοινώσεις. Κερδίζεται με αποδείξεις.

Αν αυτό το διακύβευμα χαθεί άλλη μια φορά, δεν θα φταίει η «Σάντη». Θα φταίνε εκείνοι που, ενώ είχαν την ευκαιρία να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της Πολιτείας, απέτυχαν. Έχοντας υποτιμήσει ξανά τη γιγάντωση του τέρατος της καχυποψίας. Και πώς αυτό είναι πολύ κοντά στο να συντρίψει ό,τι έχει απομείνει ακόμη όρθιο στο δύσμοιρο αυτό κράτος!