Η Πρωτομαγιά ήταν η μόνη μέρα του χρόνου κατά την οποία ο κύριος Λούκας δεν άνοιγε το περίπτερό του, στον Πεντάδρομο, τo κεντρικότερο σημείο της πόλης. Παρέμενε ανοιχτό 364 μέρες τον χρόνο, ακόμη και Μεγάλη Πέμπτη και Παρασκευή, όταν το κλείδωνε λίγο πριν την ακολουθία της Σταύρωσης και του Επιταφίου για να επιστρέψει σπίτι. Με τη γυναίκα του την Αγγελική απείχαν από την εκκλησία, επαναλαμβάνοντας μάλιστα συχνά τη φράση, «η θρησκεία εν το όπιον του λαού».
Εντούτοις, όλως παραδόξως η Αγγελική άκουγε τις λειτουργίες από το ραδιόφωνο και μάλιστα είχε εικονοστάσι στο σπίτι της. Ήταν η μόνη γυναίκα που γνώριζα η οποία κάπνιζε άπειρα τσιγάρα, ενώ κάθε πρωί κάπνιζε τη γειτονιά. Έβαζε αγιασμένη ελιά και λιβάνι στο καπνιστήρι της, θυμιατίζοντας το σπίτι και την αυλή της που συνόρευε με τη δική μας. «Τ’ αμμάτιν πιάνει τζαι να το φοάστε», μας έλεγε.
Ο Παπάντωνης, ο ιερέας της ενορίας μας, περνούσε κάθε τόσο από το σπίτι της, προσπαθώντας να τη συνετίσει, πότε καλοπιάνοντάς την, πότε φοβερίζοντάς την πως αν συνέχιζε να απέχει από την εκκλησία και κυρίως να διαβάζει τις τύχες στο φλυτζάνι και να ρίχνει τα χαρτιά, δεν θα γλύτωνε την κόλαση. Η γιαγιά μας η Δέσποινα, που έμενε μαζί μας, κόρη ιερέα, θρησκευόμενη και με βαθειά πίστη, υπήρξε παρόλες τις αντιθέσεις η πιο στενή φίλη της Αγγελικής. Μαζί έπιναν τον καφέ τους, καθάριζαν το φασολάκι τους, τσάκκιζαν ελιές και έβλεπαν τηλεόραση τα καλοκαιρινά βράδια που ο κύριος Λούκας έμενε ως αργά στο περίπτερο. Μαζί έκλαιγαν στις ελληνικές και τουρκικές ταινίες και όταν γελούσαν, ακούγονταν σε όλη τη γειτονιά.
Η Αγγελική που αντικαθιστούσε μερικές ώρες κάθε μέρα τον άντρα της στο περίπτερο, έτυχε να με πάρει μαζί της και περήφανη καθόμουνα στα γόνατά της στο ψηλό σκαμνάκι, πουλώντας τσιγάρα, εφημερίδες ή στεφάνια για κηδείες. Γνώριζε όλο τον κόσμο και μαζί τα νέα της μικρής πόλης, με αποτέλεσμα να μην πέφτει ποτέ έξω στις προβλέψεις της, ως χαρτορίχτρα και μέντιουμ. Είχε δει και το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στο φλυτζάνι του καφέ, αλλά κανένας δεν την είχε πιστέψει. Δεν της το είχαν πως μπορούσε να προβλέψει και πολιτικά γεγονότα πέρα από τα ερωτικά, τα οικογενειακά και τα θέματα παντρειάς.
Καθισμένη στην κουζινούλα της με δύο εικόνες στον τοίχο, η μια με τον Παράδεισο και η άλλη με αναπαράσταση της Κόλασης, κρατούσε το μέλλον των γυναικών στα χέρια της. Συχνά καθόμουν σ’ ένα καρεκλάκι δίπλα της και την παρακολουθούσα με δέος. Τα χρήματα που έβγαζε από το «λειτούργημά» της, τα φύλαγε σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί του τσαγιού. Μ’ αυτά πήγαιναν, κάθε δεύτερο καλοκαίρι, ταξίδι με τον άντρα της μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία, όπου είχε αδελφό και ανίψια, τα οποία αγαπούσε σαν τα παιδιά που δεν είχε αποκτήσει ποτέ. Έπαιρναν το καράβι μέχρι τον Πειραιά και έπειτα το πούλμαν, διασχίζοντας και διανυκτερεύοντας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. «Η Ευρώπη εν μονοκόμματη, ίσιος δρόμος, που την μια χώρα μπαίνεις στην άλλη», μας διηγόταν.
Κάθε Πρωτομαγιά φορούσε ένα κόκκινο φουλάρι στον λαιμό, έβαζε ένα και στον κύριο Λούκα και στην σκυλίτσα της, την Εζεκιάνα, και αφού θυμιάτιζε το σπίτι και την αυλή πήγαιναν πρώτοι και καλύτεροι σαν προσκοπάκια στην παρέλαση. Περνούσαν και από την οδό Αγίας Ζώνης, πάροδος της οποίας ήταν η γειτονιά μας, οπότε και τους χειροκροτούσαμε όταν παρέλαυναν μπροστά μας και αυτοί μοίραζαν στα παιδιά κόκκινες κουφέττες που φρόντιζαν να έχουν στις τσέπες τους.
Την επομένη επέστρεφαν στην καθημερινή ρουτίνα τους ως την ερχόμενη Πρωτομαγιά ή το επόμενό τους ταξίδι. Ένα καλοκαιρινό βράδυ που μύριζε γιασεμί και νυχτολούλουδα και οι γονείς είχαν έξοδο, πήγα με τη γιαγιά στην Αγγελική για να δούμε ελληνική ταινία. Έπαιζε «Η θεία από το Σικάγο» με τη Γεωργία Βασιλειάδου. Δεν σταματήσαμε να γελάμε εκείνο το βράδυ, που μπέρδεψα στο μυαλό μου τις ιστορίες, τις οποίες διηγείτο η Αγγελική, κάποτε στον απογευματινό καφέ, πως όλα ξεκίνησαν μια Πρωτομαγιά στο Σικάγο: απεργίες, εξεγέρσεις, αίμα. Κάθε παραμονή Πρωτομαγιάς όταν φτιάχναμε το μαγιάτικο στεφάνι με τη μητέρα και το κρεμούσαμε στην εξώπορτα για να υποδεχτούμε την άνοιξη, είχα παράξενα ανακατεμένες μέσα μου τις σκηνές από την ταινία «Η θεία από το Σικάγο» που έσμιγαν με τις εικόνες διαδηλώσεων.
Πέρασαν τα χρόνια και το ζευγάρι των αγαπημένων γειτόνων έφυγε από τη ζωή. Μαζί το σπιτάκι και το περιβολάκι τους που δόθηκε αντιπαροχή και στη θέση του ανεγέρθηκε μια τσιμεντένια πολυκατοικία. Κάθε Εργατική Πρωτομαγιά και όχι μόνο, θυμάμαι την Αγγελική και τον Λούκα να παρελαύνουν, ανεμίζοντας περήφανοι την κόκκινη σημαία, με το επίσης κόκκινο φουλάρι στο λαιμό. Το ίδιο κι απαράλλαχτο που φορούσε και η χαριτωμένη σκυλίτσα τους, η Εζεκιάνα η οποία πηδούσε απάνω μας από τη χαρά της, αναγνωρίζοντας μας μες στο πλήθος.
dena.toumazi@gmail.com