
Το σύνταγμα του 1960, σύντομα προκάλεσε τριβές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Το 1963, οι προτάσεις του Προέδρου Μακαρίου στον αντιπρόεδρο Küçük για 13 συνταγματικές τροποποιήσεις, ώστε να γίνει ομαλότερη η λειτουργία του κράτους, έδωσαν τη δικαιολογία για διακοινοτικές ένοπλες συγκρούσεις. Αφορμή για αυτές τις τροποποιήσεις ήταν το αδιέξοδο στη Βουλή, για την έγκριση του προϋπολογισμού του κράτους (δεν τον ψήφιζαν οι Τ/Κ) λόγω της μη διευθέτησης της εκκρεμότητας των ξεχωριστών δήμων. Βάσει του συντάγματος του 1960, οι πέντε μεγάλοι δήμοι έπρεπε να διαχωριστούν, από ενιαίους δήμους σε ξεχωριστούς, ε/κ και τ/κ δήμους.
Οι εγγυήτριες δυνάμεις άφησαν ένα μεγάλης σημασίας κεφάλαιο για την ομαλή λειτουργία της καθημερινότητας των δύο κοινοτήτων, όπως την τοπική αυτοδιοίκηση, να διευθετηθεί μετά την ανεξαρτησία. Ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο ενθάρρυνε τον Μακάριο στη διαμόρφωση και κατάθεση των 13 σημείων. Αυτό προκάλεσε την κρίση του 1963, η οποία εξελίχθηκε στο πρώτο πραξικόπημα ενάντια στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την πολιτική ένταση, την οποία η ίδια δημιούργησε μέσω της τ/κ Συνέλευσης. Εξάσκησε την ισχύ της πάνω στους Τ/κ, χρησιμοποιώντας τους Τούρκους αξιωματικούς και παραστρατιωτικούς της ΤΜΤ και μετέτρεψε την πολιτική κρίση σε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Σκοπός της ήταν να αποδείξει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμβίωση μεταξύ Ε/κ και Τ/κ και ότι η διχοτόμηση ήταν η μόνη λύση.
Η «πράσινη γραμμή», που χάραξε ο Άγγλος στρατηγός Young σαν γραμμή καταπαύσεως του πυρός, ήταν από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Τουρκίας, αφού χάραξε τα σύνορα του μεγαλύτερου τ/κ θύλακα, καθώς και άλλων μικρότερων στις άλλες επαρχίες. Έτσι, δημιουργήθηκαν αλλού μικρά και αλλού μεγάλα τ/κ κέντρα, στα οποία στη συνέχεια εξαναγκάστηκαν να μετακινηθούν Τ/κ οι οποίοι ζούσαν σε μικτά χωριά. Με αυτό τον τρόπο πετύχαν, έστω και διάσπαρτο, de facto γεωγραφικό διαχωρισμό και διοίκηση, πράγμα που ενδυνάμωνε τις διεκδικήσεις της Τουρκίας για ομοσπονδοποίηση.
Η Αγγλία, εφαρμόζοντας τη στρατηγική του διαίρει και βασίλευε, έφερε σε σύγκρουση Τ/κ και Ε/κ, Τουρκία και Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο συνέχισε να προβάλλει, ως αναγκαία και απαραίτητη την παρουσία της στο νησί για τη διατήρηση της ειρήνης και αποφυγής σύγκρουσης και διάλυσης στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Σε μία προσπάθεια αποδιεθνοποίησης του προβλήματος και περιορισμού του στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, Αγγλία και ΗΠΑ υπέβαλαν το γνωστό έως «Αγγλοαμερικανικό Σχέδιο», το οποίο: α) δημιουργούσε σχέση άμεσης εξάρτησης της Κύπρου από τις εγγυήτριες δυνάμεις και β) ακρωτηρίαζε την ανεξαρτησία και εξουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προσέκρουσαν στη στρατηγική του Μακαρίου να διεθνοποιήσει το πρόβλημα με προσφυγή στον ΟΗΕ. Οι Άγγλοι εφάρμοσαν τη στρατηγική του πειθαναγκασμού απειλώντας τον ότι, εάν δεν δεχόταν το σχέδιο, θα αναζωπυρωνόταν η ένταση και η βία στο νησί και ότι υπήρχε σοβαρή απειλή επεμβάσεως της Τουρκίας. Θέλοντας να έχει το πάνω χέρι και βασιζόμενη στις ηγεμονικές συμμαχίες της εντός του ΟΗΕ, η Αγγλία έτρεξε να προλάβει τον Μακάριο και προσέφυγε πρώτη στον ΟΗΕ.
Ακολουθώντας συμπεριφορά ενεργητικής συμμετοχής στο διεθνές σύστημα, η Κύπρος σύναψε μη-ηγεμονικές συμμαχίες με χώρες του Τρίτου Κόσμου και άνοιξε γέφυρες επικοινωνίας με την ΕΣΣΔ. Λόγω αυτών των σχέσεων, το αποτέλεσμα της προσφυγής της Αγγλίας στον ΟΗΕ ήταν μία πανηγυρική νίκη της Κύπρου και επιβράβευση της στρατηγικής του Μακαρίου. Εμμένοντας στη διεθνοποίηση του Κυπριακού και επικαλούμενος διεθνείς αρχές δικαίου, ο Μακάριος εξισορρόπησε την πολιτικο-στρατιωτική ισχύ της Αγγλίας και Τουρκίας. Εξασφάλισε διεθνή προβολή του προβλήματος, διεθνή και όχι ΝΑΤΟϊκή ειρηνευτική δύναμη και απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ότι η λύση θα ήταν σύμφωνη με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Το σημαντικότερο ήταν ότι παρά την αποχώριση των Τ/κ από τη διακυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτή παρέμενε η μόνη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, με κυριαρχία σε όλο το νησί, συμπεριλαμβανομένων και των θυλάκων.
Σε αυτό το παιγνίδι των λεπτών ισορροπιών, ο φόβος εξωθήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας να βρει προστασία στην ΕΣΣΔ ανάγκασε τη Δύση να αποτρέψει την τουρκική εισβολή το 1964. Οι ξεκάθαρες δηλώσεις Khrushchev υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ισχυρή παρουσία του σοβιετικού στόλου στη Μεσόγειο και η στροφή των αραβικών κρατών προς την ΕΣΣΔ έκαναν την προοπτική μεταπήδησης της Κύπρου από το στρατόπεδο των Αδεσμεύτων στο σοβιετικό, σοβαρή απειλή για την ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή, αφού αυτό θα ανέτρεπε το υφιστάμενο ισοζύγιο δυνάμεων. Οι σχέσεις του Μακαρίου με το κίνημα των Αδεσμεύτων και την ΕΣΣΔ έδωσαν στους εχθρούς του τη λαβή να τον αποκαλούν κόκκινο παπά, κομμουνιστή και Κάστρο της Μεσογείου. Η πραγματικότητα ήταν ότι ο Μακάριος έντεχνα συμμετείχε στα διεθνή δρώμενα, εξισορροπώντας την ισχύ της μικρής σε έκταση και ανύπαρκτου στρατού Κύπρου, έναντι των στρατηγικών συμφερόντων της Δύσης και της σοβιετικής απειλής.
*Μέλος Εκτελεστικού Γραφείου ΔΗΚΟ