Τα κόμματα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία έστω, θα χαιρετίσουν εκτός συγκλονιστικού απροόπτου την πρόθεση της Κυβέρνησης να επιλέξει κάποια προϊόντα πρώτης ανάγκης και να τα εντάξει σε καταλόγους με μηδενικό ΦΠΑ, από 5% σήμερα, ή με ΦΠΑ 5%, από 19% σήμερα.

Διαχρονικά, τα κόμματα, ιδιαίτερα της αντιπολίτευσης, καταφεύγουν μετά χαράς στην εύκολη λύση της διεκδίκησης μειωμένου ΦΠΑ. Παρόλο που είναι γνωστό πανευρωπαϊκά -καθώς έχει αποδειχθεί πολλές φορές- πως η μείωση του ΦΠΑ δεν επιφέρει τις αναμενόμενες μειώσεις στις τελικές τιμές. Κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί πως οι επιχειρηματίες της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τα πρώτα της στάδια έως το ταμείο, θα διατηρήσουν τις ίδιες τιμές, ώστε η μείωση του ΦΠΑ να «φανεί» στην ολότητά της στους καταναλωτές.

Επιπλέον, όλοι οι καταναλωτές τρέχουμε πίσω από την ακρίβεια, χωρίς σταματημό εδώ και δύο χρόνια περίπου. Διαβάζουμε παντού πως ο πληθωρισμός μειώνεται ή ρίχνει ταχύτητα ή αποκλιμακώνεται και ότι αποδίδουν τα μέτρα της Ευρ. Κεντρικής Τράπεζας για συγκράτηση της ακρίβειας μέσω αύξησης των επιτοκίων. Όμως, κάθε μήνα το ίδιο βιολί: Ο πληθωρισμός αυξάνεται, έστω σε ελαφρώς χαμηλότερους ρυθμούς απ’ ό,τι τους προηγούμενους μήνες. Χθες ανακοινώθηκε πληθωρισμός 6,1% τον Μάρτιο, μειωμένος, λέει, από το 6,7% του Φεβρουαρίου. Τι αλλάζει όμως ουσιαστικά; Απολύτως τίποτε. Αυξήθηκαν και τον Μάρτιο οι τιμές, 6,1%, σε σχέση με τον Μάρτιο του ’22. Και τον Μάρτιο του ’22 ήταν αυξημένες 6,2%, σε σχέση με τον Μάρτιο του ’21. Θα αυξηθούν και τον Απρίλιο και τον Μάιο και τους επόμενους μήνες.

Συνεπώς, η μείωση του ΦΠΑ σε τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης ούτως ή άλλως δεν θα σταθεροποιήσει τις τιμές, έστω σε ψηλά επίπεδα. Και η μείωση του ΦΠΑ θα εξανεμιστεί εν ριπή οφθαλμού και απλά κάποιοι θα μας λένε «ναι, αλλά αν δεν γινόταν η μείωση του ΦΠΑ όλα θα ήταν ακόμα ακριβότερα». Κάτι αμφισβητούμενο.

Η ίδια η ΕΚΤ λέει πως ίσως πλησιάσουμε σε πληθωρισμό 2% προς το τέλος του 2024. Μέχρι τότε, μόνο η μειωμένη κατανάλωση μπορεί να προστατέψει κάπως τα νοικοκυριά, στον βαθμό που μπορεί να μειωθεί, για εκείνα που ήδη μετά βίας καλύπτουν -αν καλύπτουν- τις απολύτως αναγκαίες αγορές.

Όταν πριν ένα χρόνο η ελληνική Κυβέρνηση δεχόταν πιέσεις να μειώσει ή να μηδενίσει τον ΦΠΑ, ο υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, έλεγε: «Δεν σημαίνει ότι μειώνεις τον ΦΠΑ και αυτομάτως μειώνονται οι τιμές στα προϊόντα, ή ότι μειώνεις τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα και αυτομάτως μειώνονται οι τιμές στα καύσιμα. Αυτό δεν έχει ισχύσει ποτέ μέχρι σήμερα». Και επειδή όλοι κατά βάθος ξέρουμε τι πάει να πει ελεύθερη αγορά (εξού και με βουνά από νόμους προσπαθούμε να την περιορίζουμε, επειδή μας φοβίζει η ελευθερία της) ο κ. Γεωργιάδης είχε πει και αυτό: «Αν έχουμε μείωση ΦΠΑ σε μια σειρά από προϊόντα, είναι βέβαιο ότι η μείωση δεν θα περάσει στις τελικές τιμές».

Τέλη Φεβρουαρίου ξεκίνησε στην Ελλάδα μια προσπάθεια ανακούφισης νοικοκυριών (με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια), μέσω του market pass ή food pass. Μια μικρή επιδότηση (10%) επί του ποσού που υπολογίστηκε ως αναγκαίο μηνιαίο ψώνισμα για νοικοκυριά, αναλόγως της σύνθεσής τους, μέσω μιας χρεωστικής κάρτας, όπου εμβάζει την επιδότηση το κράτος.

Δεν έχει αξιολογηθεί ακόμα αξιόπιστα πόσο ουσιαστικά μπορεί να βοηθήσει αυτό το μέτρο. Δεδομένης της πραγματικής ανάγκης να στηριχθούν χιλιάδες νοικοκυριά και στην Κύπρο, ας συζητήσουν Κυβέρνηση και κόμματα τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, που θα διασφαλίζει ότι τα λεφτά που θα στερηθεί το κρατικό ταμείο θα πιάσουν τόπο, για τη συγκράτηση του βιοτικού επιπέδου των οικογενειών. Για να μη συμβεί αυτό που προειδοποίησε χθες ένας αναγνώστης του «Φ»: «Το δοκίμασαν στην Ισπανία με τη σοσιαλιστική κυβέρνηση – ο ΦΠΑ μειώθηκε αλλά οι τιμές όχι – απλά οι υπεραγορές είπαν ευχαριστώ για τα επιπλέον κέρδη».

Ενδεχομένως να πρέπει να συζητηθεί και το ενδεχόμενο η ελάφρυνση των καταναλωτών (οικιακών κατά προτεραιότητα) με κρατικό χρήμα να επικεντρωθεί στον ηλεκτρισμό, παρότι υπάρχει το επιχείρημα ότι η επιδότηση ευνοεί αυτούς που υπερκαταναλώνουν. Η ΑΗΚ, μέσω του ρυθμιστικού ελέγχου της από τη ΡΑΕΚ, ίσως είναι ο μόνος οργανισμός για τον οποίο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως, όσα πληρώσει/χάσει το κράτος μέσω μειωμένου ΦΠΑ ή επιδότησης της κιλοβατώρας, θα ανακουφίσουν ανάλογα τους καταναλωτές.