Την πρώτη ήττα στη Βουλή δέχθηκε η Κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, σε ένα θέμα μάλιστα το οποίο αφορά όλη την κοινωνία. Η ήττα δεν προήλθε μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά έδωσαν τη συναίνεση τους και τα συγκυβερνώντα κόμματα. Πρόκειται για το νομοσχέδιο για τους φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα. Το υπουργείο Οικονομικών κατάθεσε νομοσχέδιο για συνέχιση της μείωσης των φόρων κατανάλωσης μέχρι το τέλος Ιουνίου, ωστόσο, το ύψος της φορολογικής μείωσης είχε κατέβει στο 50% της αύξησης που προέβλεπε η απόφαση της Κυβέρνησης Αναστασιάδη.
Η νέα Κυβέρνηση, όπως υποστήριξε, κουτσούρεψε το ύψος της μείωσης των φόρων λόγω της σταθεροποίησης των τιμών των καυσίμων διεθνώς. Κάτι το οποίο δεν έγινε αισθητό στους καταναλωτές, καθώς λόγω της συνέχισης της ακρίβειας σε πολλά προϊόντα ο μηνιαίος προϋπολογισμός των νοικοκυριών αυξήθηκε σημαντικά. Το γεγονός ότι από τις πρώτες πολιτικές πράξεις της νέας Κυβέρνησης ήταν να μειώσει το ύψος της φοροελάφρυνσης, είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση όλων των αντιπολιτευόμενων κομμάτων. Ο ΔΗΣΥ είχε προαναγγείλει την κατάθεση προφορικής τροπολογίας, για να συνεχιστεί το μέτρο της Κυβέρνησης Αναστασιάδη, δηλαδή η μείωση των φόρων κατανάλωσης κατά 8.32 σεντ το λίτρο στη βενζίνη και 6.32 σεντ το λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Τελικά, την εισήγηση του ΔΗΣΥ υιοθέτησαν όλα τα κόμματα, ενσωματώνοντάς την στο νομοσχέδιο. Η συγκεκριμένη απόφαση δείχνει πώς θα είναι τα επόμενα πέντε χρόνια οι ισορροπίες στη Βουλή. Λόγω των ευθραύστων κομματικών συσχετισμών στο Κοινοβούλιο, καθώς η Κυβέρνηση δεν έχει την πλειοψηφία, όποτε έχει ένα σοβαρό θέμα με το οποίο θα διαφωνεί η αντιπολίτευση, το συναφές νομοσχέδιο θα εγκρίνεται διαφοροποιημένο. Δηλαδή, η αντιπολίτευση θα φέρνει στα μέτρα της τα νομοσχέδια και θα τα εγκρίνει όπως θέλει.
Τα συγκυβερνώντα κόμματα, μη έχοντας άλλη επιλογή, ειδικά στα θέματα που καίνε και απασχολούν την κοινή γνώμη, αναγκαστικά θα ακολουθούν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, εγκρίνοντας όχι την πρόταση της Κυβέρνησης που στηρίζουν αλλά τη διαφοροποιημένη πρόταση της αντιπολίτευσης. Ουσιαστικά, με αυτό τον τρόπο άλλοι κυβερνούν και άλλοι θα λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις.
Κάτι παρόμοιο γινόταν και επί διακυβέρνησης Χριστόφια, όταν ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ προσάρμοζαν τα νομοσχέδια στη δική τους φιλοσοφία και στη συνέχεια τα ενέκριναν. Η ίδια πρακτική πιθανόν να εφαρμοστεί και στο ζήτημα του ΦΠΑ για την αγορά ή την ανέγερση κύριας κατοικίας. Τα κόμματα διαφωνούν, ως γνωστό, με το τρίτο αναθεωρημένο νομοσχέδιο και ετοιμάζονται να του αλλάξουν τα φώτα.
Τα συγκυβερνώντα κόμματα ΔΗΚΟ, ΔΗΠΑ και ΕΔΕΚ έχουν μόνο 16 βουλευτές στη Βουλή, οι οποίοι χωρίς να συνεργαστούν με άλλα κόμματα δεν σχηματίζουν πλειοψηφία. Παρόλο που το Υπουργείο Οικονομικών διαφωνεί με τις αλλαγές που προωθούνται και είναι αβέβαιο εάν θα τις αποδεχθεί και η Κομισιόν, φαίνεται πως θα εγκριθεί άλλη μια πρόταση του ΔΗΣΥ. Η πρόταση είναι εντελώς διαφοροποιημένη από αυτή της Κυβέρνησης, καθώς στηρίζεται μόνο στην αξία των ακινήτων. Η πρόταση του ΔΗΣΥ προβλέπει την επιβολή 5% ΦΠΑ σε ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως κύριες κατοικίες μέχρι την αξία των €350 χιλ. Σύμφωνα με την πρόταση του ΔΗΣΥ, από τις €350 χιλ. και πάνω, το ΦΠΑ θα αυξάνεται στο 19%, για το ποσό που ξεπερνά τις 350.000.
Η συγκεκριμένη πρόταση συνάδει και τις εισηγήσεις των επιχειρηματιών ανάπτυξης γης, οι οποίοι απαιτούν να εφαρμοστεί ένα αναλογικό σύστημα.
Πάντως, στους κύκλους των συγκυβερνώντων κομμάτων υπάρχει δυσφορία, καθώς πολλές φορές οι βουλευτές δεν ενημερώνονται, όπως μας λέχθηκε, για τις κυβερνητικές προθέσεις και δεν ξέρουν ποια στάση θα τηρούν στα νομοσχέδια. Όπως φαίνεται, η νέα Κυβέρνηση θα βρίσκει πολλά εμπόδια στη Βουλή, γι’ αυτό θα ήταν καλό όταν ετοιμάζονται σημαντικά νομοσχέδια να λαμβάνει υπόψη τις κομματικές θέσεις, για να μην μένει εκτεθειμένη.