Ο τέως υπουργός Οικονομικών δικαιούται να υποστηρίζει ότι τουλάχιστο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2023 επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις του για την πορεία της οικονομίας. Στις 24/10/2022 είχε πει στη Βουλή πως προβλέπει ανάπτυξη 3% στην Κύπρο φέτος.
Σύμφωνα με τη Στατιστική, μέχρι και τον Μάρτιο η ανάπτυξη συνεχίστηκε με ρυθμούς 3,4%. Πολύ κοντά, δηλαδή, στην πρόβλεψη Πετρίδη. Έχουμε ακόμα δρόμο μέχρι τον Δεκέμβριο και δεν είναι εύκολες οι προβλέψεις. Αλλά και αυτό το είχε επισημάνει έγκαιρα ο τότε υπουργός, προειδοποιώντας όλους πως υπήρχε -τέλη του ’22 αλλά διατηρείται και σήμερα- μεγάλη αβεβαιότητα. Δηλαδή, άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο τα πράγματα να μην κινηθούν μόνο προς μια επιβράδυνση της οικονομίας στο 3%, σε σχέση με την ανάπτυξη 5,6% το ’22.
Σε εκείνη την παρουσία στη Βουλή, ο κ. Πετρίδης είχε επισημάνει πως ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλού πληθωρισμού και ο κίνδυνος αύξησης των προβληματικών δανείων -μαζί με την «πρόκληση του μεταναστευτικού»- μπορούν να απειλήσουν σημαντικά το κράτος πρόνοιας μακροπρόθεσμα.
Διάγουμε λοιπόν μια περίοδο στην οικονομία που σίγουρα δεν μας εκπλήσσει (αφού μας προετοίμασε το ΥΠΟΙΚ εδώ και μήνες) και βγαίνει ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου για να προειδοποιήσει πως η ανάπτυξη μειώθηκε στο μισό της ανάπτυξης του ’22 (για την ακρίβεια στο μισό της ανάπτυξης του πρώτου τριμήνου του ’22), δηλαδή στο 3,4%. Όπως περίπου είχε προβλέψει ο κ. Πετρίδης, τον οποίο ο κ. Νεοφύτου ήθελε στο Υπ. Οικονομικών αν εκλεγόταν Πρόεδρος.
Και ενώ γνωρίζει πολύ καλά πως η σημερινή επιβράδυνση ήταν απολύτως αναμενόμενη ό,τι κι αν γινόταν στις Προεδρικές (με την ανάπτυξη μάλιστα να διατηρείται για την ώρα σε ποσοστά ψηλότερα από τις πλείστες άλλες χώρες της ΕΕ), ο κ. Νεοφύτου, την Κυριακή, υποδύθηκε τον ανήσυχο και τον προβληματισμένο. Και είπε ότι «νιώθω το χρέος να επισημάνω τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια για την πορεία επιβράδυνσης της οικονομίας. Έπεσε το α’ τρίμηνο κατά 50% ο ρυθμός ανάπτυξης σε σχέση με πέρυσι. Ορισμένοι νομίζουν ότι θα συνεχίσουμε να τρώμε από τα έτοιμα, αλλά η πείρα της ζωής δείχνει το αντίθετο».
Και ως συνήθως, ο κ. Νεοφύτου έχει πάλι τις λύσεις, μόνο που είναι διαφορετικές από εκείνες που διαφήμιζε ως υποψήφιος Πρόεδρος. Τώρα μάς λέει πως «την ώρα που η ανάπτυξη της οικονομίας βάζει φρένο (σ.σ. δεν βάζει φέρνο, έριξε ταχύτητα), η Κυβέρνηση πατάει γκάζι στις αυξήσεις δαπανών. Εάν δεν προσέξουμε θα πάμε για ύφεση το 2025 και σε δημοσιονομικά ελλείμματα (…)».
Πριν λίγους μήνες, όμως, στις 23 προτάσεις του για το ’23, ο κ. Νεοφύτου υποσχόταν (ενώ γνώριζε πολύ καλά πως ερχόταν επιβράδυνση) μεταξύ άλλων:
1. Φορολογική ελάφρυνση για όσους έχουν ετήσιο εισόδημα από 19.500 έως 28.000 ευρώ. Μείωση συνεισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για όσους έχουν εισοδήματα κάτω από τα 19.500 ευρώ. Θα αναπληρωθούν από το κράτος για ένα έτος.
2. Καθορισμός του αφορολόγητου οικογενειακού εισοδήματος στα 39.000 ευρώ. Χιλιάδες νοικοκυριά θα έχουν όφελος έως και 4.000 ευρώ.
3. Ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης της οικογένειας και κάθε παιδιού. Με εφάπαξ ποσό για την αντιμετώπιση των πρώτων αναγκών, το πακέτο του νεογέννητου, επέκταση της επιδότησης των διδάκτρων και της σίτισης σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και νηπιαγωγεία, διεύρυνση και επέκταση του επιδόματος τέκνου, με το ποσό να αυξάνεται για κάθε επιπλέον παιδί (…), επέκταση της γονικής άδειας και της ευέλικτης εργασίας.
Και Μάιο μήνα του ’23, ο κ. Νεοφύτου εκφράζει ανησυχία γιατί η νέα Κυβέρνηση «τρώει από τα έτοιμα» και πατά γκάζι στις δαπάνες. Και ποιες δαπάνες; Τα 11 εκατομμύρια από τον μηδενισμό του ΦΠΑ για κάποια προϊόντα; Ή την ΑΤΑ στους δημόσιους υπάλληλους, το μεγαλύτερο κόστος της οποίας είχε προϋπολογιστεί (και εγκριθεί) από την προηγούμενη Κυβέρνηση; Ή κάποια εφάπαξ που έδωσε σε οικογένειες με παιδιά;
Κεφάλια μέσα. Ο Αβέρωφ αναλαμβάνει πάλι να κάνει την εισαγωγή στον νέο κύκλο πιέσεων για μείωση των κοινωνικών δαπανών. Λίγες εβδομάδες μετά που ο ΔΗΣΥ απαίτησε και πέτυχε στη Βουλή να μην μειωθεί η οριζόντια φοροελάφρυνση στα καύσιμα και δίνει με τα άλλα κόμματα τη μάχη υπέρ των κατασκευαστών και πωλητών οικοδομών, για να μειωθεί όσο το δυνατό λιγότερο ή καθόλου η απώλεια κρατικών εσόδων από τον μειωμένο ΦΠΑ, ακόμα και για ακριβές και μεγάλες κατοικίες της μειοψηφίας.