Το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει δημόσιος διάλογος αναφορικά με το εμπόριο με τα κατεχόμενα, με αφορμή τη συζήτηση του θέματος στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, στην οποία η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) συμμετείχε, καταθέτοντας εμπεριστατωμένο υπόμνημα με συγκεκριμένες εισηγήσεις.
Το εμπόριο από τα κατεχόμενα προς ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ή μέσω των Βρετανικών Βάσεων) ρυθμίζεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό της Πράσινης Γραμμής και διεξάγεται από εγκεκριμένα σημεία διέλευσης. Δυστυχώς, όμως, διενεργείται και λαθρεμπόριο από μη ελεγχόμενα σημεία διέλευσης, κατά μήκος της πράσινης γραμμής, με όλους τους συνεπακόλουθους κινδύνους για την ασφάλεια και υγεία των καταναλωτών.
Η ΟΕΒ κατανοεί τη σημασία του Κανονισμού, που έχει σκοπό τη διευκόλυνση του εμπορίου κυπριακών προϊόντων και αντιλαμβάνεται την πολιτική διάσταση του θέματος. Ταυτόχρονα, όμως, το κράτος πρέπει να διασφαλίσει στον καλύτερο δυνατό βαθμό συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού και να μεριμνήσει κατά τρόπο ομοιόμορφο για την προστασία της ασφάλειας και υγείας των καταναλωτών και την πιστή εφαρμογή του Κανονισμού. Διαπιστώνεται ότι από τον τρόπο που εφαρμόζεται ο Κανονισμός από τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκύπτουν προβλήματα και προκαλούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού από τελικά προϊόντα και πρώτες ύλες που μεταφέρονται από τα κατεχόμενα.
Διευκρινίζεται ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό, τα εμπορεύματα που διέρχονται της πράσινης γραμμής πρέπει να έχουν παραχθεί εξ’ ολοκλήρου ή να έχουν υποστεί την τελευταία και ουσιαστική μεταποίηση στα κατεχόμενα. Το Τουρκοκυπριακό Επιμελητήριο έχει αρμοδιότητα να βεβαιώνει την προέλευση των προϊόντων, με σκοπό να αποτρέπεται το ενδεχόμενο μη κυπριακά παραγόμενα προϊόντα να διατίθενται στην Κυπριακή Δημοκρατία (Κ.Δ.) ως κυπριακά. Οι κυριότερες κατηγορίες εμπορευμάτων από τα κατεχόμενα είναι πλαστικά προϊόντα (σακούλες σκυβάλων, σακούλες μεταφοράς, δοχεία και κάλαθοι), οικοδομικά υλικά (τούβλα, αλουμίνια, κεραμικά, μεταλλικά) και διάφορα άλλα βιομηχανικά προϊόντα (π.χ. έπιπλα).
Το ψευδοκράτος εφαρμόζει δικό του εμπορικό καθεστώς για προστασία των εκεί επιχειρήσεων, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλονται «δασμοί», καθιστώντας αυτόματα τα δικά μας προϊόντα που πωλούνται στα κατεχόμενα πολύ πιο ακριβά και εκτός ανταγωνισμού.
Από το εμπόριο από τα κατεχόμενα, προκύπτουν τα πιο κάτω προβλήματα που προκαλούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, εις βάρος των επιχειρήσεων που βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές:
Είναι πρακτικά ανέφικτο να επιβεβαιωθεί η προέλευση όλων των προϊόντων από τα κατεχόμενα και να διαπιστωθεί αν όντως είναι κυπριακά.
Εγείρονται αμφιβολίες για την επάρκεια του ελέγχου που διενεργείται από τις αρμόδιες Αρχές της Κ.Δ. για εντοπισμό των Ε/Κ εμπορευόμενων που μεταπουλούν τα προϊόντα που προμηθεύτηκαν από Τ/Κ εμπόρους, για σκοπούς επιβολής ΦΠΑ. Οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι που γίνονται μεταγενέστερα από το Τμήμα Φορολογίας δεν διασφαλίζουν πλήρως τον εντοπισμό των προσώπων (φυσικών ή νομικών) και κατά πόσο επιβάλλουν και αποδίδουν το ΦΠΑ στην Κ.Δ.
Μη ενδελεχείς έλεγχοι από τις αρμόδιες Αρχές της Κ.Δ. στα σημεία διέλευσης για όλα τα οικοδομικά υλικά, πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα (π.χ. αλουμίνια, τούβλα, κεραμικά, πλαστικά), σε σχέση με συμμόρφωση με Ευρωπαϊκά Πρότυπα (π.χ. CE marking certificate of conformity, EN 1090), της νομοθεσίας για θέματα ασφάλειας και υγείας (π.χ. REACH, statement of compliance) και άλλων υποχρεώσεων που ισχύουν για όλα τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην Κοινοτική αγορά.
Είναι άγνωστη η προέλευση των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή των τελικών προϊόντων στα κατεχόμενα με κίνδυνο οι πρώτες ύλες να μην πληρούν τις προδιαγραφές όπως ισχύει για τις πρώτες ύλες που εισέρχονται στην Ε.Ε.
Επιπλέον, οι πρώτες ύλες ενδεχόμενα να προέρχονται από χώρες στις οποίες η Ε.Ε. επιβάλλει δασμούς λόγω επιδότησης των τοπικά παραγόμενων προϊόντων (π.χ. δασμοί anti-dumping), με αποτέλεσμα να έχουν πρόσβαση σε πιο φθηνές πρώτες ύλες και να αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των προϊόντων που παράγονται ή εισάγονται στις ελεύθερες περιοχές.
Προμήθεια και μεταφορά από τα κατεχόμενα πετρελαιοειδών από πρόσωπα που ασκούν οικονομική δραστηριότητα (για εμπορική χρήση).
Για αντιμετώπιση των πιο πάνω προβλημάτων και μέχρι την εξεύρεση λύσης στο πολιτικό μας πρόβλημα, η ΟΕΒ υπέβαλε στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή τις πιο κάτω εισηγήσεις:
Πληρωμή του ΦΠΑ στα σημεία διέλευσης, για τα προϊόντα τα οποία αγοράστηκαν από τα κατεχόμενα και θα μεταπωληθούν στις ελεύθερες περιοχές.
Ενδελεχείς έλεγχοι από τις αρμόδιες Αρχές της Κ.Δ. στα σημεία διέλευσης για όλα τα οικοδομικά υλικά, πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα για να διαπιστώνεται η συμμόρφωση με τις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες και προδιαγραφές.
Εγκατάσταση μηχανισμού ελέγχου και επιβεβαίωσης της προέλευσης των προϊόντων όταν εγείρονται υποψίες ότι αυτά δεν είναι κυπριακά. Κάτι ανάλογο εφαρμόστηκε μεμονωμένα για πρώτες ύλες αλουμινίου και τσιμέντου κλίγκερ, όπου τεκμηριώθηκε ότι τα προϊόντα αυτά δεν είχαν παραχθεί στα κατεχόμενα.
Απαγόρευση της προμήθειας καυσίμων από τα κατεχόμενα από πρόσωπα που ασκούν οικονομική δραστηριότητα.
Οι εισηγήσεις της ΟΕΒ για επίλυση των πιο πάνω προβλημάτων, αφορούν αποκλειστικά την διαδικασία εφαρμογής του Κανονισμού της Πράσινης Γραμμής και δεν παρεμβαίνουν ή αλλοιώνουν την ουσία του Κανονισμού. Η ΟΕΒ πιστεύει ότι υπάρχουν περιθώρια για βελτίωση του τρόπου εφαρμογής των προνοιών του Κανονισμού, ούτως ώστε το εμπόριο να διεξάγεται με ίσους όρους και ο καταναλωτής να επιλέγει γνωρίζοντας την προέλευση, την ποιότητα και τις προδιαγραφές των προϊόντων. Η πολιτεία πρέπει να προσφέρει στις αρμόδιες Αρχές που είναι επιφορτισμένες με το ομολογουμένως δύσκολο έργο των ελέγχων τα απαραίτητα μέσα, εργαλεία και πόρους για να εκτελούν πιο αποτελεσματικά το έργο τους.
* Λειτουργός Επιχειρηματικής Ανάπτυξης και Οικονομίας ΟΕΒ