Είναι πλέον γνωστό ότι στο ερώτημα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μια ενιαία και συμπαγή πολιτική που μπορούν τα κράτη-μέλη της να ακολουθήσουν όσον αφορά το ζήτημα διαχείρισης του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού φαινομένου, η απάντηση είναι, και ναι, και όχι. Ναι, διότι υπάρχουν κείμενα τα οποία ορίζουν τη διαδικασία που ακολουθείται για εξειδικευμένους μετανάστες, για την μπλε κάρτα, για οικογενειακής επανένωσης κ.α. οι οποίοι όμως, αποτελούν τη μειοψηφία αυτών. Από την άλλη, δεν έχει, διότι δεν υπάρχει κάτι το απαρέγκλιτο όσον αφορά την μεγαλύτερη μάζα του φαινομένου. Ο όγκος δηλαδή των μεταναστευτικών ροών με την ευρεία του έννοια είναι ανειδίκευτοι μετανάστες τους οποίους, το κάθε κράτος τους αντιμετωπίζει με τον δικό του τρόπο.
Είναι σκόπιμο να γίνει και να κατανοηθεί, η διάκριση μεταξύ των ορισμών «μετανάστη» και «πρόσφυγα». Εν συντομία, μετανάστης με την στενή του έννοια είναι ο άνθρωπος ο οποίος μετακινείται κυρίως για οικονομικούς λόγους ενώ, πρόσφυγας είναι ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας που φεύγει αναγκαστικά για λόγους πολέμου, πολιτικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, σεξουαλικού προσανατολισμού και ό τι άλλο μπορεί να θεωρηθεί από μια κρατική εξουσία ως απειλή στο εσωτερικό της. Πάντως, το σίγουρο είναι πως και οι δύο ορισμοί ‘’φεύγουν“ εξ ανάγκης και όχι για λόγους διασκέδασης. Η απάντηση σε ποιόν από τους δύο ορισμούς μπορεί και θα πρέπει σίγουρα να ανοίγεται συντεταγμένα η κρατική πόρτα, είναι νομίζω πασιφανές.
Εκτός από το νομικίστικο και ομολογουμένως περίπλοκο ή και βαρετό, κομμάτι του φαινομένου-που καλό θα ήταν να γνωρίζει κανείς πριν εκφράσει την άποψή του για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα-, η ιστορική διάσταση της μετανάστευσης ενέχει και τις πιο πολλές απαντήσεις στα «πως» και τα «γιατί». Δεν θα ήταν αφελές να ειπωθεί ότι «ιστοριογραφία» και «μετανάστευση» είναι έννοιες σχεδόν ταυτόσημες, υπό την αίσθηση ότι, όταν κάποιος διαβάζει ή ερευνά κάποιο βιβλίο ιστορίας, το πιο πιθανό είναι να ενημερώνεται για μία μετακίνηση κάποιου πληθυσμού στον χρόνο. Αυτό είναι Ιστορία, οι συνεχείς μετακινήσεις, και φυσικά, οι αιτίες και τα συμπτώματα που τις προκαλούν. Μπορεί τα αίτια να παρατηρούνται στα Ανατολικά του παγκόσμιου χάρτη όμως οι υποκινητές τους βρίσκονται Δυτικά, αρκετά Δυτικά. Και όπως μπορεί κάποιος να φανταστεί, μάλλον έπονται νέες περιπέτειες δεδομένων των τελευταίων αλλαγών στο όχι και τόσο μακρινό, Αφγανιστάν. Σύμπτωμα των μετακινήσεων η ανθρωπιστική κρίση λοιπόν. Τα προβλήματα που δημιουργεί η Δύση στην Ανατολή, παρουσιάζονται ξανά στο κατώφλι της Δύσης και χτυπά την πόρτα, τη δικιά μας πόρτα.
Η διαχείριση των ανθρώπων αυτών από πλευράς κράτους είναι η κρίσιμη στιγμή η οποία θα απομαγεύσει το φαινόμενο από τις όποιες δαιμονοποιήσεις ή αθωώσεις που του προσάπτουν. Οι πρόσφυγες δεν είναι οι εχθροί που στέλνει ο παράφρονας πρόεδρος της Τουρκίας. Η «εργαλειοποίηση των προσφύγων» που πολλάκις ακούγεται εμπεριέχει και την άλλη όψη του νομίσματος που βρισκόμαστε εμείς: ότι δηλαδή είμαστε ανίκανοι και δεν μπορούμε να οργανώσουμε, να εξετάσουμε και να παρέχουμε προστασία σε όποιον το δικαιούται. Όσο για την πλήρη αθώωση των ανθρώπων αυτών που αρκετοί αγαθοεργά καλλιεργούν, καλό είναι να γνωρίζουν ότι ελλοχεύει και ένας πατερναλισμός που σε συγκεκριμένα πλαίσια αποβαίνει μοιραίος.
Η ανησυχία αρκετών για κάποια πολιτισμική αλλοίωση μόνο ως σοβαρή δεν μπορεί να ληφθεί και μάλλον αναπαράγεται λόγω μορφωτικού χάσματος. Κανείς δεν είπε ότι οι ροές έρχονται για να μείνουν. Για τους περισσότερους το πιθανότερο σενάριο είναι ότι απλός βρισκόμαστε στον διάβα τους, αντικειμενικός σκοπός τους είναι η άφιξη στη Γηραιά Ήπειρο. Ωστόσο, για όσους μείνουν- όπως συγγενείς δικοί μας εγκαταστάθηκαν σε Αφρική, Αμερική και λοιπές ηπείρους- έτσι και αυτοί θα συμπεριληφθούν με συντεταγμένο τρόπο στις κοινωνίες μας. Τα φαινόμενα γκετοποίησης και εγκληματικότητας που δημιουργούνται είναι αποτέλεσμα περιθωριοποίησης και απομονωτισμού από πλευράς της Πολιτείας, και αυτό, ο κάθε νοήμον πολίτης θα πρέπει να το αντιλαμβάνεται.
Δεν μπορώ να μην παραθέτω ένα σχόλιο που ακούστηκε προ ολίγων ημερών σε συνέδριο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Αθήνα, το οποίο φανερώνει σύσσωμη την κυβερνητική και εν μέρει την κοινωνική υποκρισία στο ζήτημα αλλοίωσης του τόπου: ‘’Μας ενοχλεί το Ισλάμ αλλά δίνουμε ιθαγένειες σε Σαουδάραβες…Η πιο ακραία, φανατική μορφή του σουνιτικού ισλαμισμού στον κόσμο, ο Σαουδαραβικός Ουαχαμπισμός, αυτή τη στιγμή ανταμείβεται με ιθαγένεια σε τρία κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πρώτη και καλύτερη την Κύπρο(…)’’
Η διαχείριση επίσης καθορίζει και τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Η αίσθηση της έλλειψης χωρητικότητας και ο πανικός που δημιουργείται πλαισιώνοντας το θέμα αυτό, ανάγεται ξανά στην επικρατούσα άποψη ότι αδυνατούμε να διαχειριστούμε αυτούς τους ανθρώπους. Προσωπικά διαφωνώ απολύτως με την παραδοχή της ανικανότητάς μας που ηγεμονεύει γύρω από το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα, όχι μόνο για πολιτικούς λόγους αλλά και για ιστορικούς. Έχουμε περάσει πολύ πιο δύσκολα. Όταν η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν μόλις 14 ετών, στέγασε, έθρεψε και νοικοκύρεψε σχεδόν 250 000 εσωτερικά εκτοπισθέντες πρόσφυγες. Και τότε υπήρχαν δυσκολίες πολύ χειρότερες από αυτές που βιώνουμε σήμερα, και τότε υπήρχε ρατσισμός, όσο περίεργο κι αν ακούγεται σε μερικούς. Έχουμε περάσει πιο δύσκολα…και τα καταφέραμε. Διότι στην ανάγκη υπήρξε αλληλεγγύη τόση όση να μας χωρέσει όλους. Με την ίδια ευαισθησία θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε και τώρα, εκτός αν θεωρούμε ότι η ανθρώπινη αξία συνίσταται κάποιας εθνικής καταγωγής.
* (Μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Νεότερης Ιστορίας)