Όσοι παρανόμως εισέρχονται στην πατρίδα μας δεν πρέπει να θεωρούνται μετανάστες. Μετανάστες θεωρούνται όσοι προηγουμένως εξασφάλισαν νόμιμη άδεια εισόδου και εργασίας, και, ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν αυστηρά τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής τους. Εν εναντία περιπτώσει απελαύνονται.

Για να θεωρούνται πρόσφυγες, πρέπει να προέρχονται από εμπόλεμη ζώνη ή να κινδυνεύει η ζωή τους στη χώρα τους. Όσοι όμως εξ αυτών είχαν καταφύγει σε άλλες χώρες για να προστατευθούν, εκεί και μόνο θεωρούνταν πρόσφυγες. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν ήθελαν να παραμείνουν εκεί και προχώρησαν σε άλλη χώρα, τότε στην επόμενη χώρα θεωρούνται μετανάστες και όχι πρόσφυγες.

Εισερχόμενοι σε ευρωπαϊκή χώρα παράνομα, καθίστανται παράνομοι μετανάστες και όχι παράτυποι. Παράτυποι είναι οι νομίμως εισελθόντες, οι οποίοι από αμέλεια δεν ανανέωσαν την άδεια παραμονής και εργασίας τους.

Οι πλείστοι εξ αυτών που εισέρχονται παράνομα έλκονται από τα επιδόματα, ενώ ταυτόχρονα απασχολούνται σε παράνομες δραστηριότητες διακίνησης από τα εγκληματικά κυκλώματα που τους φέρνουν, δεδομένου ότι οφείλουν να ξεπληρώσουν το χρέος μερικών χιλιάδων έναντί τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μεγεθύνεται η εγκληματικότητα και η μαύρη οικονομία.
Δυστυχώς, κρίνοντας την πρόσφατη Συμφωνία των Βρυξελλών, τολμούμε να πούμε ότι η ενωμένη Ευρώπη απέτυχε παταγωδώς.

Ορθώς η Πρωθυπουργός της Ιταλίας Μελόνι υπέδειξε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να λύσουν το πρόβλημα των πρωτογενών ροών, πριν συζητήσουν πώς θα διαχειριστούν τις δευτερογενείς ροές. Ως πρωτογενείς ροές ορίζονται όσοι έρχονται παράνομα από μη ευρωπαϊκές χώρες στις πύλες εισόδου της Ευρώπης, ήτοι Ιταλία, Ισπανία, Μάλτα, Ελλάδα, Κύπρο. Συνελόντι ειπείν, έμφαση πρέπει να δοθεί στο να κρατηθούν εκτός ευρωπαϊκού εδάφους αυτοί που προσπαθούν να εισέλθουν παράνομα και πώς θα επιστραφούν όσοι δεν δικαιούνται άσυλο.

Τα ανωτέρω δεν εκφράστηκαν μόνο από τη χαρακτηριζόμενη ακροδεξιά Μελόνι, αλλά και από τον σοσιαλιστή Πρωθυπουργό της Ισπανίας Σάντσεθ, ο οποίος είχε αντιδράσει πολύ εντονότερα με λαθρομετανάστες από το Μαρόκο. Τα ίδια υποστηρίχθηκαν από την επίσης σοσιαλίστρια Δανέζα Πρωθυπουργό. Επί του προκειμένου συμφώνησαν και άλλοι δεξιοί ηγέτες, ενώ πολλοί ήταν αυτοί που συναίνεσαν –ανεξαρτήτως ιδεολογικών καταβολών– ότι πρώτον, πρέπει να σταματήσουν οι ροές μεταναστών, δεύτερον, να απελαθούν όσοι δεν δικαιούνται άσυλο και τρίτον, να παραμείνουν όσοι δικαιούνται και να γίνει ένας δίκαιος διαμοιρασμός μεταξύ των χωρών.

Στο τέλος επικράτησε η εντελώς διαφορετική άποψη της Κομισιόν, η οποία ενεργεί βεβαίως καθ’ υπόδειξιν των ισχυρών και εν προκειμένω της Γερμανίας. Να δοθεί άσυλο σε όλους, αφού, κατά πρώτον, αυτό επιβάλλουν οι διεθνείς συνθήκες και κατά δεύτερον, χρειαζόμαστε εργατικά χέρια όπως και νέο αίμα, αφού η Ευρώπη γηράσκει.

Στην πορεία θα αποφασιστεί πώς θα διαμοιραστούν μεταξύ των κρατών και όσοι αρνηθούν να τους δεχθούν, θα πληρώνουν ένα ποσό… με το βάρος βεβαίως να παραμένει στις χώρες εισόδου. Και ο πιο αφελής αντιλαμβάνεται ότι αυτό όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, ούτε αποθαρρύνει τους διακινητές, αλλά αντιθέτως τους διευκολύνει. Αναδεικνύει αυτούς τους σύγχρονους δουλεμπόρους σε σωτήρες των δυστυχισμένων, στρέφοντας την Ευρώπη πολύ δεξιότερα ή διαλύοντάς την. Όσο για τους ηγέτες, παρουσιάστηκαν όλοι ικανοποιημένοι. Αυτοί που αντιδρούσαν εντέλει συναίνεσαν λαμβάνοντας πακέτα στήριξης, ενώ τα επίχειρα της συμφωνίας μετακυλίονται στους πολίτες…Ήτοι, δημιουργία γκέτο με απότοκο την εγκληματικότητα, απορρύθμιση αγοράς εργασίας, ανυπέρβλητα προβλήματα στην παιδεία, δημιουργία ρατσιστικών συμπεριφορών όχι μόνο από ντόπιους προς αλλοδαπούς, αλλά κυρίως από αλλοδαπούς προς ντόπιους. Μ’ αυτή την τελευταία πτυχή, ουδείς ασχολήθηκε!

Σύμφωνα με τον τέως ΥΠΕΣ κ. Νουρή, αυτό το οποίο πέτυχε η Κύπρος είναι να εξετάζονται οι αιτήσεις ασύλου με γοργές διαδικασίες και όσων η αίτηση απορρίπτεται, να φιλοξενούνται σε προαναχωρησιακά κέντρα για δύο μήνες, μέχρι την απέλασή τους. Αν όμως παρέλθουν οι δύο μήνες, τότε έχουν δικαίωμα εκ νέου υποβολής αίτησης. Αντιμετωπίζουμε όμως σοβαρό πρόβλημα χώρου μέχρι τη δημιουργία τέτοιων κέντρων, άρα θα χάσουμε και αυτή την ευκαιρία. Άποψη τού Ινστιτούτου Δημογραφικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής είναι η κατάλληλη μετατροπή των υφιστάμενων αδρανούντων στρατοπέδων της Ε.Φ., για προσωρινή φιλοξενία αυτών των ατόμων.

Το παράδειγμα που προβάλλεται κατά κόρον σε Ελλάδα και Κύπρο, για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922, ή τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες του 1974 είναι εντελώς άτοπο, που σκοπό έχει την ευαισθητοποίηση και δημιουργία ενοχών στους πολίτες, ούτως ώστε ευκολότερα να αποδεχθούν την παρανομία. Αυτό το αφήγημα ισχύει για πολύ μικρό αριθμό αλλοδαπών, τους οποίους φυσικά και συνδράμουμε.

Οι Μικρασιάτες και οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες διέφυγαν εν μέσω σφαγών και βιασμών, βρίσκοντας καταφύγιο σε ελληνικά εδάφη. Στη συνέχεια, όσοι ήθελαν να μεταβούν σε άλλες χώρες για εργασία και καλύτερο μέλλον, μετέβαιναν νόμιμα, έχοντας εξασφαλίσει εκ των προτέρων άδεια εισόδου. Δεν απαιτούσαν επιδόματα, στέγαση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, όπως συμβαίνει σήμερα, που όταν δεν τους παρέχονται ή καθυστερούν, ξυλοφορτώνουν τους υπαλλήλους… Αποτελεί ντροπή να επιτρέπεται σε μερικούς συμπολίτες μας, που εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση με το προσωπείο της ανθρωπιάς, στην ουσία δίνουν άλλοθι στους διακινητές.

Η σύγκριση που πρέπει να γίνεται, είναι αυτή του 5ου αιώνα στην Ευρώπη, όπου πολυάριθμα βαρβαρικά φύλα εισέβαλαν, με εντελώς διαφορετικά ήθη, διαρρηγνύοντας τον κρατικό και κοινωνικό ιστό, καταστρέφοντας τον δυτικό πολιτισμό. Αρχικά για τους Ρωμαίους πολίτες ίσχυε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, ενώ για τους εισβολείς το δικό τους, αφού αυτό αντιλαμβάνονταν. Μέχρι που κατέλαβαν την εξουσία και η Ευρώπη γρήγορα οδηγήθηκε στον σκοταδισμό του Μεσαίωνα με την Ιερά Εξέταση. Χρειάστηκαν πολλοί αιώνες μέχρι την ενσωμάτωσή τους και την ομαλοποίηση της κατάστασης. Εκόντες-άκοντες, εκεί οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια!

*Γραμματέας Ινστιτούτου Δημογραφικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής Κύπρου, μέλος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου