Συγχώρεσέ με, φίλε, που αυτή την ώρα του αποχαιρετισμού σε χαιρετώ δι’ αντιπροσώπου*. Συ το καταλαβαίνεις και το ξέρεις πως όπου και να ταξιδεύω η σκέψη μου είναι μαζί σου, ή για να το πω αλλιώς, εσύ με συντροφεύεις με το αγέρωχο πνεύμα σου, και τώρα και για πάντα και παντού.

Όπως θα συντροφεύεις, και από ψηλά θα επισκοπείς, όλη την Κύπρο – και την Αμμόχωστό της βέβαια, που δεν έπαψες, στον επίγειο βίο σου, να την στήνεις στην εξέδρα της θεατρικής σου ψυχής και να της γλυκομιλάς: «Μη μου πικραίνεσαι, καλή μου πόλη. Πάρε στη χούφτα μου νερό να πιείς, πουλιά για να πετάξεις, θάλασσα ως δροσούλα στο μέτωπό σου, και γιρλάντα, να σε ιδώ».

Δεν φανταζόμασταν τότε που ανεβάζαμε με τόσο σθένος και καημό την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα», πως θα έσπευδες πρώτος στο δείπνο της βασιλείας της και θα σου δινόταν η χάρις να είσαι ο επίσημος προσκεκλημένος της, δεμένος για πάντα  εκεί μαζί της. Εκεί δηλαδή που δεν υπάρχει η αρπαγή και το μίασμα  της τουρκικής κατοχής. Συ μετέβαλλες εμβληματικά την Αμμόχωστο σε  μνήμη κατοχής, και από αυτήν την «πόλη-όραμα» αντλούσες την κυρίαρχη εικόνα της σκλαβωμένης πατρίδας μας. Για σένα το όνομα της Αμμοχώστου συμβόλιζε, με μια λέξη, την Κερύνεια. Συμβόλιζε την ιμερόεσσα Λάπηθό σου, συμβόλιζε όλα εκείνα τα «καρτερικά ελληνικά ονόματα», για τα οποία έβαζες  όλο σου το είναι  για να τους δώσεις, με το μεγάλο σου ταλέντο,  την απεραντοσύνη που αξίζουν.  Η στεντόρεια φωνή σου, έδινε στο φινάλε της παράστασης το βασικό μοτίβο του χρέους και της επίγνωσης. Σε βλέπω ακόμα όρθιο, όπως απευθυνόσουν στον λαό από σκηνής με τούτα τα λόγια: «Δώσε καρδιά, βάλε μυαλό, θυμήσου πως υπάρχεις!»

Συ που με τόσο πατριωτισμό προσπάθησες να μας αφυπνίσεις από τη βαθύτατη εθνική μας νάρκωση και την αδράνεια της ψυχής, τώρα φεύγεις… Ορφανεμένοι θρηνούμε την απουσία σου. Μα συ χαμογελάς και  μένεις με άλλο τρόπο, πνευματικά μαζί μας, ως Παράκλητος, ένας παρηγορητής. Είναι παράδοξο, ο νεκρός να παρηγορεί τους ζωντανούς. Αλλά έτσι πρέπει να γίνεται πάντα, γιατί, χωρίς σωματική θυσία, δεν επιτελείται η ανάσταση. Ήσουν, φίλε, ταγμένος σε τούτο τον ρόλο: να ανασταίνεις τον λαό και να προσφέρεις νόημα στα πάθια του. Ως ευφυής σκηνοθέτης, μετέφερες παιδαγωγικά προς το κοινό το δικό σου θεατρικό ήθος του ηθοποιού και μετέβαλλες  τον θεατή σε ενεργό μέλος της θεατρικής τελετουργίας. Το έγραψες άλλωστε και στο πρόγραμμα και το έλεγες καθαρά προλογίζοντας την παράσταση: «Προσερχόμαστε στον ιερό χώρο της ΘΥΜΕΛΗΣ για να σαρκώσουμε μια πόλη. […] Αυτή η τελετή, αυτό το ποιητικό θεατρικό δρώμενο, μας φέρνει κατευθείαν σ’ επαφή με την ολοζώντανη υπόσταση της Αμμόχωστος κι όλης της σκλαβωμένης Κύπρου. Και μεταλαμπαδεύουμε αυτή την εμπειρία μας σε σας, τους συλλειτουργούς θεατές, για να ολοκληρωθεί έτσι η Θεατρική Πράξη που σπάζει τα φράγματα, τα συρματοπλέγματα, τις πράσινες (ή κόκκινες ή μαύρες) γραμμές. […] Πάνω στον Αρχαίο Βωμό της Σαλαμίνας, τα Ιερά Σκεύη της Αμμόχωστος μεταπλάθουν την Πόλη και την φέρνουν μπροστά μας γεμάτη ζωή, φωνές, ανθρώπους, πουλιά, πορτοκάλια, όραμα, αλήθεια, ιερή θεία κοινωνία, βαθιά επικοινωνία με τη γη μας, τις πόλεις και τα χωριά μας, τους «δρυμούς και τις χαράδρες» και τις ζωντανές ψυχές των προγόνων μας, που σαν Ακρίτες –ορατοί και αόρατοι– μάχονται και κρατάνε την Αμμόχωστο, τον Πενταδάκτυλο και την Κύπρο ολόκληρη, βαθιά, μυστικά και πλήρως,  δική μας για πάντα».

Αυτός υπήρξες, αγαπημένε φίλε: Μυστικά και πλήρως δικός μας για πάντα. Κάποια στιγμή η Κύπρος θα το καταλάβει. Δεν χρειάζεσαι μνημεία και λόγους θεαματικούς. Συ, ο μέγας θεατράνθρωπος, ήσουν λεβέντικα αυτάρκης και πορευόσουν με την περηφάνεια του ήθους σου και της προσωπικής σου αξιοπρέπειας και αρχοντιάς. Η άγνοια των ανθρώπων δεν επέτρεψε να σου δοθεί όσο ζούσες το μέγα θεατρικό βραβείο, ούτε και σου παραχώρησε τη θέση και τον ρόλο που σου ανήκε. Κι ας ήσουν από μόνος σου μια συναυλία, μια ορχήστρα, μια πανσπερμία φωνών και χαρακτήρων, έχοντας και τη χάρη να μεταμορφώνεις τους ηθοποιούς με το μαγικό σου άγγιγμα, ώστε να μεγαλουργούν επί σκηνής. Όταν θα φύγουμε όλοι και θα σβήσουν τα φώτα, θα πάρουμε τουλάχιστον μαζί μας το καντηλάκι της αγάπης, να τρεμοσβήνει στον ουρανό.                                                                          

*Ο Αποχαιρετισμός στην εξόδιο ακολουθία του Φώτου Φωτιάδη διαβάστηκε από τον ηθοποιό Θανάση Δρακόπουλο (18 Ιουλίου 2023, Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, Αγλαντζιά) λόγω απουσίας μου στο εξωτερικό. Κατατίθεται εδώ και ως υπόμνηση της εσωτερικής σχέσης του σκηνοθέτη με την Αμμόχωστο.