Ευτυχία μεγάλη η κάθε συνάντηση και συνέντευξη με τον Αντώνη Νικόλα Κατσαντώνη. Όπως η πιο πρόσφατη, πρωινό 17 Αυγούστου 2022 στο σπίτι του στη Δερύνεια. Για την ακρίβεια, στο ακριτικό σπίτι του στην ακριτική γενέτειρά του, αφού είναι το τελευταίο πριν από τη λεγόμενη Νεκρά Ζώνη…

Με τους άνδρες της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών να περνούν από μπροστά μας και με το ένα θέμα να φέρνει το άλλο, μου είπε την ώρα που έφευγα κατά το μεσημέρι, πόσο ατύχησε η μικρή βασανισμένη πατρίδα μας που έχασε νωρίς τον Αδάμαντος. Σημαντική θέση στο τεράστιο και ιδιαίτερα αξιόλογο έργο του κατέχει επίσης η ποιητική του συλλογή «Του νου μου τα ποσπόρκα» (Δερύνεια 2017).

Περιλαμβάνει και το συγκλονιστικό ποίημά του «Ο τζιεφαλόβρυσος», τιμητική αφιέρωση στον κορυφαίο, όσο και αδικημένο της Αριστεράς και της Κύπρου, καταξιωμένο δήμαρχο Αμμοχώστου (1943-53), Αδάμ Αδάμαντος:

Είσαι γιορτάρης σήμμερον, ακριτική Δερύνεια

τζι’ εράντισες τες στράτες σου με φκιόρα τζιαι μερσίνια.

Γελούν τζιαι τα μουστάτζια σου τζιαι σιαίρετ’ η καρκιά σου

γιατί πανάξια τιμάς έναν που τα παιθκιά σου.

Τον γιον νου φτωχομάντζιιπα που ξέβην που σοκκάτζια

που ’σιεν εφτά σατσιά με νουν τζιαι με γερά γρανάτζια•

που θώρεν μίλια μακριά την στράταν πον να ρέξει

στα θεοσκότεινα το φως ο νήλιος πριν να φέξει.

Αδάμαντε, στα γράμματα είσιες μυαλόν ξιουράφι

τζι ο λό(ο)ς σου τζιεφαλόβρυσος γοιον τ’ άδολον γρουσάφιν.

Μα φάνηκεν πολλά στενή για σεν’ η γειτονιά σου•

με τα φτερά της μόρφωσης άννοιξες τα πανιά σου

τζι έκατσες πά’ στου Βαρωσιού τον πιο ψηλόν τον θρόνον.

Σιόν-σιόν με τον τζιαιρόν τζιαι γρόνον με τον γρόνον

έριφκές χαλαμάντουρα τζι έχτιζες βίρα-βίρα

παλάθκια, τζιείνους πον είχαν με που τον νήλιον μοίραν.

Οι μαχαλλάες οι φτωσιοί αλλάξαν που την ρίζαν

τζι ήβραν οι λας τα που ’σπειρες τον σπόρον, τζι εθερίζαν.

Ώσπου να πά’ το μήνυμαν τζιαι να ’ρτει το χαπάριν

εγίνην η Αμμόχωστος της Κύπρου το καμάριν.

Την πόλην που γεννήθηκες να την φιλά το τζιύμμαν

έκαμες την να μεν ’φήννει του παραείσου γλύμμαν•

αρκόντισσαν, βασίλισσαν την πρώτην μες στες πρώτες

τζι εκλάψαν σε τζιαι κόμα κλαίν’ για σεν’ οι Βαρωσιώτες.

Είσιες το δίτζιον σύντροφον, παγκέραν τζιαι πιλάντζαν

την αδρωπιάν μεσούρανα, ψηλά πά’ στην σουβάντζαν.

Ήσουν ο τζιύρης τους φτωχούς, των ορφανών προστάτης

τζι οι σκέψεις σου μες τα σκολειά, σωστός επαναστάτης.

Τζιείνοι που σ’ εβαφτίσασιν “Του Βαρωσιού τ’ αηδόνι“

εκάμαν σαραντάμερον νηστείαν μες το σιόνιν.

Των αγραμμάτων, δάσκαλε, τζιείνοι που σ’ επιστέψαν

αννοίξασιν τ’ αμμάθκια τους, είαν το φως τζι εμπλέψαν.

Βάλλω το σιέριν στην καρκιάν τον λον μου να κρατήσω:

αν είμαι κόμα ζωνταντός πον’ να στραφούμεν πίσω

εννά ’ρτω πά’ στον τάφο σου μ’ ελιάν να σε καπνίσω

τζιαι ν’ άψω την καντήλαν σου τζιαι να σε μακαρίσω

*  Από το βιβλίο του Λουκά Κακουλλή «Λαϊκή Ποίηση μικρής πατρίδας»