Αναμφίβολα, με τα σημερινά δεδομένα, ο Δημοκρατικός Συναγερμός είναι το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας μας. Κατέχει για χρόνια αυτήν την πρωτιά και, ασφαλώς, θέλει να την κρατήσει και στις επερχόμενες ευρωεκλογές, που θα διεξαχθούν στις 9 του ερχόμενου Ιουνίου. Με κανέναν τρόπο, δεν θα ήθελε να τη χαρίσει στο ΑΚΕΛ, στο κόμμα που, σύμφωνα με τις σημερινές δημοσκοπήσεις, έρχεται δεύτερο στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων της Κύπρου και με το οποίο ο ΔΗ.ΣΥ. βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση, μολονότι τα δύο κόμματα ασπάζονται, αδρομερώς, την ίδια γραμμή επίλυσης του εθνικού μας θέματος, χωρίς, όμως, να σχηματίζουν μεταξύ τους ενιαίο μέτωπο, και αυτό, γιατί υπεράνω όλων θέτουν το κομματικό συμφέρον και την αλίευση ψήφων.
Όσον αφορά στην ιδεολογία, ο ΔΗ.ΣΥ. ανήκει στον χώρο της δεξιάς και κατατάσσεται στα συντηρητικά κόμματα της Ευρώπης, σε αντίθεση προς το ΑΚΕΛ, που ανήκει στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, μολονότι το ίδιο επιμένει να χαρακτηρίζεται ως κομουνιστικό και λενιστικό, δηλ. το γουδί το γουδοχέρι, παρόλη την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τις δραστικές αλλαγές που επήλθαν από τότε στον σύγχρονο κόσμο.
Ο ΔΗ.ΣΥ. παρουσιάζει μία αξιοπρόσεκτη και σπάνια ιδιομορφία. Έτσι, ενώ η ηγεσία του ασπάζεται τον αποκαλούμενο πολιτικό ρεαλισμό, με την πατρότητα του όρου να αποδίδεται στον ιδρυτή και πατριάρχη του κόμματος, τον μακαριστό Γλαύκο Κληρίδη, και να αποδέχεται την όποια λύση, λύση να ‘ναι και ό,τι να ‘ναι, η πλειονότητα των μελών και οπαδών του διαφωνούν με την πολιτικήν αυτήν. Προφανώς, αυτό φάνηκε με τον καλύτερο τρόπο στο δημοψήφισμα του 2004 για αποδοχή ή απόρριψη του σχεδίου Ανάν, με την πλειοψηφία των οπαδών και φίλων του Συναγερμού να τάσσεται εναντίον, παρόλες τις επίμονες και αγωνιώδεις προσπάθειες της ηγεσίας του ΔΗ.ΣΥ. να πείσει για το αντίθετο. Ποιος ξεχνά τις δηλώσεις των ηγετών του ΔΗ.ΣΥ., με τις οποίες τρομοκρατούσαν τον λαό για καταστροφή χειρότερη και από τη μικρασιατκή, σε περίπτωση απόρριψης του σχεδίου Ανάν από την πλευρά μας. Ή τις απειλές ότι, τάχα, τα κεραμίδια θα έπεφταν με δύναμη στο κεφάλι μας και κανείς δεν θα μας έσωζε, αν ψηφίζαμε «όχι» στο δημοψήφισμα, με πρωταγωνιστές αυτής της εκστρατείας εκφοβισμού του λαού τα πρώτα ονόματα του κόμματος, τους Γλαύκο Κληρίδη, Νίκο Αναστασιάδη και Γιαννάκη Κασουλίδη.
Για την ηγεσία του ΔΗ.ΣΥ. μπορούν να λεχθούν και άλλα, που δείχνουν τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα σε αυτήν και τον απλό λαό του κόμματος. Συγκεκριμένα, δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί η στάση που τήρησαν οι βουλευτές του, ποιος να το πίστευε, χέρι-χέρι με τους βουλευτές του ΑΚΕΛ, στον αποκληθέντα Νόμο Ακιντζί, με τον οποίο προτεινόταν να μειωθεί στο ελάχιστο η απόδοση τιμών στα σχολεία μας για την επέτειο του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950. Με άλλα λόγια, φτάσαμε στο σημείο να καθορίζουν οι Τουρκοκύπριοι τι θα γιορτάζουμε και τι όχι. Ντροπή μας και πάλι ντροπή μας! Με την αποδοχή του «νόμου» αυτού κατήλθαμε στο έσχατο σκαλοπάτι της αναξιοπρέπειας και του εξευτελισμού. Ασφαλώς, ο συναγερμικός κόσμος δεν συναίνεσε με αυτό το ρεζίλεμα της ηγεσίας του, ενώ, αντίθετα, τήρησε κριτική στάση απέναντί της.
Χωρίς άλλο, είναι βέβαιο ότι και οι αψυχολόγητες δηλώσεις των ηγετών τού ΔΗ.ΣΥ. δημιούργησαν δυσαρέσκεια στους απλούς οπαδούς και τα μέλη, όπως ήταν, για παράδειγμα, η δήλωση τού τέως προέδρου της Δημοκρατίας και, για πολλά χρόνια, προέδρου του κόμματος, Νίκου Αναστασιάδη, όταν αυτός διακήρυσσε με έπαρση ότι θα απέκοπτε τον ομφάλιο λώρο, που συνέδεε για χιλιάδες χρόνια την Κύπρο με την Ελλάδα. Τέτοια αστόχαστα λόγια δεν εκστομίζονται από κανέναν Έλληνα της Κύπρου, ακόμη και τον πιο ταπεινό, και όχι από κοτζάμ πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ασφαλώς, κάθε πράξη και κάθε ενέργεια προκαλεί σχετικό αντίκτυπο. Έτσι, η ηγεσία του ΔΗ.ΣΥ. δεν θα πρέπει να αναρωτιέται για τα πιθανά μειωμένα ποσοστά του κόμματος, στις επερχόμενες ευρωεκλογές Ιουνίου, και να προσπαθεί να εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους ενισχύεται η άκρα δεξιά του τόπου μας, λέγε ΕΛΑΜ. Τα γεγονότα βοούν από μόνα τους! Η ηγεσία του ΔΗ.ΣΥ. ας το πάρει απόφαση. Όπως έστρωσε, έτσι θα κοιμηθεί!