Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες του καλοκαιριού, έρχεται στη μνήμη μια από τις ζοφερότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου. Εξήντα χρόνια μετά, ξυπνούν θλιβερές θύμησες από τις άνισες και αιματηρές μάχες της Τηλλυρίας, τον Αύγουστο του 1964. Ξεπροβάλλουν μυριάδες δεινά που υπέμεινε ο τόπος αυτός, κατά τις εφιαλτικές αυτές ώρες της μάχης, μεταξύ μανάδων της κυπριακής Εθνικής Φρουράς και τουρκοκυπριακών ενόπλων ομάδων στην περιοχή Κόκκινα στην Τηλλυρία.
Απλοί άνθρωποι του μόχθου, νέοι, ηλικιωμένοι, γυναικόπαιδα, κράτησαν Θερμοπύλες αμετακίνητοι σε ιδανικά, ακλόνητοι σε πεποιθήσεις, καθώς η τουρκική πολεμική αεροπορία βομβάρδιζε ανηλέως με βόμβες ναπάλμ άμαχο πληθυσμό. Κτυπούσε με βόμβες για τρεις συνεχόμενες μέρες 7,8,9 Αυγούστου 1964, κατοικημένες περιοχές και πάνω από το νοσοκομείο στον Παχύαμμο.
Στο πλαίσιο υλοποίησης του σχεδιασμού του τουρκικού επεκτατισμού, είχε δημιουργηθεί θύλακας, υπό τον άμεσο έλεγχο των τούρκων αξιωματικών, ο οποίος είχε ως βάση του τα χωριά Κόκκινα και Μανσούρα. Ο θύλακας αυτός αποτελούσε προγεφύρωμα της Τουρκίας στην Κύπρο και μέσω αυτού, η Τουρκία είχε τη δυνατότητα να αποστέλλουν λαθραία όπλα και πυρομαχικά στο νησί, με στόχο την ενίσχυση των τουρκοκυπρίων στασιαστών και ολοκληρώνοντας έτσι το σχεδιασμό της επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο θύλακας Μανσούρας – Κοκκίνων χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα και μάλιστα οι κατά καιρούς τουρκοκύπριοι ηγέτες τον παρουσιάζουν ως απόρθητη περιοχή.
Τις ημέρες που προηγήθηκαν του βομβαρδισμού, η κυπριακή Εθνική Φρουρά άρχισε να κινητοποιεί δυνάμεις πεζικού, πυροβολικού και τεθωρακισμένων για επίθεση στην περιοχή Κόκκινα. Στις 6 Αυγούστου 1964, η κυπριακή Εθνική Φουρά ξεκίνησε την επίθεσή της.
Επί δύο ημέρες, οι δυνάμεις της κυπριακής Εθνοφρουράς κατέθεσαν πυρά υποστήριξης με έξι πυροβόλα 25 λιβρών και περίπου δώδεκα όλμους, συντονισμένα με πυροβολισμούς κανονιών των 20 χιλιοστών και των 40 χιλιοστών από τα περιπολικά σκάφη «Φαέθων» και «Αρίων». Κάτω από αυτό το φράγμα, το πεζικό προχώρησε αργά στο θύλακα με κάλυψη από επικαλυπτόμενα πυρά πολυβόλων, αλλά διαπίστωσε ότι οι Τουρκοκύπριοι είχαν οργανώσει τα δικά τους πολυβόλα και όλμους σε έναν αποτελεσματικό σχηματισμό. Η μάχη γρήγορα υποβαθμίστηκε σε μια χαμηλής έντασης ανταλλαγή πυρών σκοπευτών και υποστήριξης, καθώς και οι δύο πλευρές έσκαβαν στο δύσκολο έδαφος. Στις 8 Αυγούστου 1964, μετά από αναμονή σχεδόν δύο ημερών, η Τουρκία επενέβη, αφού είχε γίνει σαφές ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θα αποχωρούσαν από την περιοχή Κόκκινα.
Το πρωί της 8ης Αυγούστου, τα περιπολικά «Φαέθων» και «Αρίων», δέχθηκαν επίθεση από αεροσκάφη της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας καθώς έπλεαν κοντά στο λιμάνι του Ξερού, στον κόλπο Μόρφου. Τα σκάφη ξεκίνησαν ελιγμούς αποφυγής και έβαλαν αντιαεροπορικά πυρά. Το «Φαέθων» καταστράφηκε γρήγορα με ρουκέτες 75 χιλιοστών και τυλίχθηκε στις φλόγες, με επτά μέλη του πληρώματος να βρίσκουν τραγικό θάνατο και αρκετοί άλλοι να τραυματίζονται. Με τον κινητήρα του σκάφους, ακόμα σε λειτουργία, το πλήρωμα που επέζησε κατάφερε να το καθοδηγήσει στην προσάραξη. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το πλοίο.
Σκιαγραφώντας τα γεγονότα διαφαίνεται η πάγια επεκτατική, πολιτική της Άγκυρας. Το ζητούμενο είναι αν έχουμε όντως λάβει τα μηνύματα των καιρών. Προσγειωνόμαστε στην πραγματικότητα με βάση ποιον έχουμε να αντιμετωπίσουμε; Τα γεγονότα αναδεικνύουν την αλήθεια. Η πολιτική ηγεσία μας πότε;
*Καθηγήτρια φιλολογίας.