«Σκέφτομαι λοιπόν: Πώς κατορθώνει να κοιμάται τη νύχτα ένα ανώτατο «στέλεχος» της παιδείας του τόπου μας; … ένας υπουργός …

Να ξεπεράσει τη μέρα δίχως συνειδησιακές ενοχλήσεις ίσως είναι απλό. Η μαύρη Μερσεντές πού τον περιμένει το πρωί στην εξώθυρα είναι το αυτονόητο χρέος της πολιτείας να τον μεταφέρει τιμητικά στον τόπο της δουλειάς του. Εξάλλου στη διαδρομή πρέπει να ενημερωθεί ρίχνοντας ματιές στον πρωϊνό τύπο. Φτάνοντας στο  μεγαλόπρεπο γραφείο του, θα ξεκινήσει, ένας πυρετός συναντήσεων, υπογραφής εγγράφων, συσκέψεων … Εύκολο να ξεχνιέται και οι ώρες να κυλούν. Όμως, ύστερα από όλη αυτή τη συναρπαστική δραστηριότητα της μέρας, θα φτάσει αναπόφευκτα η στιγμή, έστω και αργά τη νύχτα … θα γείρει στο στρώμα. Τότε ακριβώς, εκείνη την ώρα της κατάκλισης, είναι δυνατό να μην ξεπετάγονται κάποια ενοχλητικά ερωτήματα στη συνείδησή του;   

[…] Η καθολική απαίτηση του λαού για παιδεία μπαλσαμώνεται στο εντυπωσιακό σύνθημα της «εκπαιδευτικής  μεταρρύθμισης».[…] Η παιδεία, λοιπόν, εξαντλείται φανερά στην άχαρη γυμναστική της διάνοιας με την απομνημόνευση. Ο Έλληνας  απομνημονεύει γνώσεις που ξεχνιούνται φυσιολογικά σε συντομότατο διάστημα, χωρίς να μάθει ποτέ τους τρόπους, τη μέθοδο και τα κλειδιά για την απόκτηση γνώσης.

[…] Τα κανάλια της πληροφόρησης για την κριτική αποτίμηση του συντελούμενου έργου – αυτά που θα έπρεπε να κρατούν σε εγρήγορση το ανώτατο στέλεχος – ελέγχονται απόλυτα από την αυλική κολακεία της υπαλληλίας ή από την κομματική σκοπιμότητα διαφήμισης του κυβερνητικού έργου. Ο υπαλληλικός περίγυρος, μόνιμα ή περιστασιακά στρατολογημένος, χειροκροτεί, υποκλίνεται, χαμογελάει δουλικά σε κάθε νεύμα του προϊσταμένου. … H δύναμη του ανώτατου κρατικού στελέχους είναι απεριόριστή στην αυλή των υποτακτικών του: αυτός μοιράζει ή αφαιρεί τα περιστασιακά αξιώματα – όσοι τον περιβάλλουν εξαρτούν τις φιλοδοξίες τους από την εύνοιά του.

… Έξω από το μεγαλόπρεπο γραφείο του ανωτάτου στελέχους παραμονεύουν τα εκτυφλωτικά φώτα της δημοσιότητας: οι εμφανίσεις στην τηλεόραση, οι δηλώσεις στους δημοσιογράφους, οι φωτογραφίες στον τύπο. … Μπορεί να διανοηθεί κανείς ένα ανώτατο στέλεχος της παιδείας να εμφανίζεται  και να λέει ταπεινά:  … Επαγγελθήκαμε κατάργηση της παραπαιδείας, και η παραπαιδεία σήμερα ανθεί όσο ποτέ άλλοτε. Ανθεί , γιατί κάναμε το λάθος να φροντιστηριοποιήσουμε το λύκειο … όργιο  «ιδιαιτέρων μαθημάτων» … Η σημερινή παιδεία ετοιμάζει καταναλωτές, όχι πολίτες.

Όλοι καταδικάζουν μετά βδελυγμίας την παπαγαλία και την στείρα αποστήθιση, αλλά κανένας δεν τολμάει να θίξει το σύστημα της ντροπής … με τον αυτόματο προβιβασμό όλων των μαθητών η διδασκαλία στο δημοτικό έχει χάσει κάθε χαρακτήρα «εκπαίδευσης»˙ ο ψυχισμός του παιδιού διαφθείρεται με την αυτονόητη ευκολία, την δίχως προσπάθεια προαγωγή, την απουσία του ενδεχόμενου της αποτυχίας˙  χιλιάδες παιδιά φτάνουν στο γυμνάσιο χωρίς να ξέρουν (κυριολεκτικά) να γράψουν σωστά το όνομά τους. … διάλυση του γυμνασίου …  ταυτόχρονα, εξαφανίζει την άμιλλα, φτιάχνει ανθρώπους ανάπηρους μπροστά στον φόβο της εξεταστικής αναμέτρησης.

[…] Κατάργηση κάθε αξιολόγησης, κάθε ιεραρχίας, εξάλειψη της άμιλλας, των κινήτρων δημιουργικής ετερότητας. Να μην ξεχωρίζει ο ικανός από τον ανίκανο, ο εργατικός από τον ράθυμο. …

Τουλάχιστον να λειτουργούσε ένας έστω τομέας του κοινωνικού μας βίου …  η εκπαίδευση μόνο ή μόνο το δημοσιογραφικό λειτούργημα.

[…] Δεν είδα ποτέ δημοσιογραφική έρευνα  για το πόσα ελληνόπουλα φτάνουν στο γυμνάσιο δίχως να γνωρίζουν – χωρίς υπερβολή – ανάγνωση και γραφή, πολλαπλασιασμό και διαίρεση … έχει εξαλειφθεί κάθε αξιολογική αποτίμηση, κάθε άμιλλα, κάθε προσδοκία αναγνώρισης και δημιουργικής διάκρισης.

[…] Πέρα από την κατάφορη χρεωκοπία των «μεταρρυθμίσεων», την αναχρονιστική αγκύλωση των αναλυτικών προγραμμάτων, τις ατελέσφορες διοικητικές «βελτιώσεις» – πέρα και πίσω απ’ όλα αυτά, μένει μετέωρο το νόηματης εκπαιδευτικής πρακτικής.

Η απόλυτη προτεραιότητα της παιδευτικής σκοπιμότητας: Πριν από κάθε τι άλλο, να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, να μπορούν να μιλάνε και να γράφουν σωστά τη γλώσσα τους· να μαθαίνουν να σκέφτονται, να κρίνουν· να μην απομνημονεύουν τη γνώση, αλλά να ξέρουν πού και πώς θα τη βρουν, σε ποιες πηγές και με ποια μέθοδο· να περιοριστεί δραστικά ο καταιγισμός των «πληροφοριών»· να τονωθούν τα μαθήματα γλώσσας, κρίσης και μεθόδου. […]

…. Διερωτώμαι πώς καταφέρνουν να κοιμούνται ήσυχοι οι υπεύθυνοι της παιδείας του τόπου … Εγωισμό, φιλοδοξίες, πείσμα δεν έχουν;  Δεν τους ταράζει στον ύπνο τους ο εφιάλτης της ανυποληψίας; Δεν θα ήθελαν να μπορούν τουλάχιστον να καυχηθούν αύριο για μια γενναία και θαρραλέα παραίτηση;

… Τα σύνορα της πατρίδας δεν είναι κατ’αρχήν γεωγραφικά. Τα σύνορα είναι στη γλώσσα, στην παιδεία, στην πνευματική αυτοσυνειδησία του Έλληνα. Αν ρημαχθούν αυτές οι αντιστάσεις, αν τις πιστέψουμε αδιέξοδα προβληματικές, τότε η απώλεια εδαφών και υφαλοκρηπίδων είναι μάλλον δευτερεύον σύμπτωμα.

Φθίνει το γένος  των Ελλήνων: μίκρυναν τα αναστήματα, οι ηγέτες σπιθαμιαίοι˙ αλλοιώθηκαν τα κριτήρια προτεραιοτήτων. … Τουρκοκρατία, χιλιάδες,  εξισλαμίστηκαν. Αλλά δεν υπήρχε «προοδευτική» διανόηση που να χλευάζει τον πολιτισμό και την παράδοση των Ελλήνων, που να τρομοκρατεί με τη ρετσινιά του «εθνικισμού» κάθε αναζήτηση ελληνικής αυτοσυνειδησίας.»

Τα πιο πάνω αποτελούν ανθολόγηση απόψεων του Πανεπιστημιακού Καθηγητή Χρήστου Γιανναρά(10/4/1935-24/8/2024) από το βιβλίο του «Παιδεία και Γλώσσα».

Καθηγητά μου, τώρα  μαθαίνουμε τα μικρά παιδιά ότι δεν υπάρχουν μόνο δυο φύλα (άρρεν, θήλυ) αλλά  περισσότερα. Το μείζον θέμα της εκπαίδευσης είναι τα κλιματιστικά διότι  η θερμοκρασία ξεπερνά τους 400C (Ιούλιο, Αύγουστο που είναι κλειστά τα σχολεία, αλλά άσχετο). Συνεχίζουμε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ΘΑ ανεβάσει τα επίπεδα (τώρα πέφτουν), ΘΑ μάθουν τα παιδιά κριτική σκέψη (τώρα παπαγαλίζουν), ΘΑ …, ΘΑ …, ΘΑ …, ΘΑ …

Και άσχετοι δημοσιογράφοι αναμεταδίδουν τις εξαγγελίες …