Η Ουκρανία αναθεωρεί τη στρατηγική της στον πόλεμο με τη Ρωσία. Οι επιχειρήσεις διείσδυσης στις ρωσικές περιφέρειες του Kursk και του Belgorod σηματοδοτούν την προσπάθεια του Κιέβου να αλλάξει την αντίληψη πως η Ρωσία κερδίζει τον πόλεμο. Από μια στρατηγική συγκράτησης και ανάσχεσης της ρωσικής εισβολής, η Ουκρανία διεισδύει στη ρωσική επικράτεια καταλαμβάνοντας οικισμούς και καταστρέφοντας υποδομές ανεφοδιασμού των ρωσικών δυνάμεων. Δύο χρόνια και επτά μήνες από την έναρξη του πολέμου, το Κίεβο προβαίνει σε στρατιωτικές ενέργειες, οι οποίες ενισχύουν το ηθικό του ουκρανικού λαού, δικαιώνουν την ενεργό προσήλωση και τη στήριξη της Δύσης στον ουκρανικό στρατό πλήττοντας το κύρος του Putin και των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.
Η διπλωματική διαχείριση του πολέμου θα έχει το αποτύπωμα της επιτυχούς ουκρανικής επίθεσης. Η κατάληψη και η περαιτέρω διείσδυση στο ρωσικό έδαφος μετατραπεί το Κίεβο σε έναν αξιόπιστο διαπραγματευτή έναντι της Ρωσίας, αλλά και έναντι των δυτικών κρατών που χρηματοδοτούν την εμπόλεμη χώρα.
Την ίδια στιγμή και στο πλαίσιο των προεκλογικών εκστρατειών στις ΗΠΑ αναπτύσσεται η συζήτηση για την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία και κατά πόσον η εκλογή του Donald Trump θα επισπεύσει το τέλος του πολέμου ή κατά πόσον η εκλογή της Kamala Harris θα εντατικοποιήσει τη ρήξη με τη Ρωσία. Σε κάθε περίπτωση, η ανησυχία, την οποία προκαλεί μια ενδεχόμενη επιστροφή του Donald Trump στο Λευκό Οίκο οδήγησε την κυβέρνηση Zelenskyy στον επιθετικό πόλεμο έναντι της Ρωσίας με σκοπό την ενίσχυση της Ουκρανίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δημιουργώντας νέα δεδομένα, των οποίων η ανατροπή – με μια ενδεχόμενη εκλογή του Donald Trump – θα πλήξει το κύρος και την αξιοπιστία της Δύσης. Η ουκρανική κυβέρνηση θεωρεί πως μπορεί να προσέλθει ισχυρότερη στις διαπραγματεύσεις κερδίζοντας την αποφασιστική στήριξη της γραφειοκρατίας στο αμερικάνικο ΥΠΕΞ, αλλά και τον σεβασμό της στρατιωτικής ηγεσίας του Πενταγώνου.
Το ερώτημα, το οποίο προκύπτει είναι εάν όντως η Ουκρανία θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα υπόβαθρο αξιοπιστίας στο πεδίο της μάχης και κατ’ επέκταση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με σκοπό την απρόσκοπτη χρηματοδότηση από τη Δύση. Εδώ βέβαια προκύπτει και το ερώτημα κατά πόσον η Δύση θα υποστηρίζει άνευ όρων την Ουκρανία με στόχο την πρόκληση της μέγιστης φθοράς στη Ρωσία και στον Ρώσο πρόεδρο. Από την άλλη μεριά πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και κατά πόσον η Ρωσία μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω κόστος στην Ευρώπη. Σίγουρα θα ήταν εφικτή λ.χ. η διακοπή της τροφοδοσίας της Ευρώπης με ρωσικό φυσικό αέριο. Παρόλα αυτά, μια τέτοια εξέλιξη θα επέφερε επιπρόσθετο κόστος και στην ίδια τη Ρωσία, καθότι θα προκαλούσε τη μείωση των δικών της εσόδων. Σε αυτήν ακριβώς την αδυναμία της Ρωσίας επενδύει η ουκρανική κυβέρνηση.
Εν κατακλείδι, η Ουκρανία επιδιώκει τη δημιουργία προϋποθέσεων νίκης ή/και καλύτερης διπλωματικής διαχείρισης του πολέμου στο πλαίσιο ενδεχόμενων διαπραγματεύσεων για την κατάπαυση του πυρός ή για την τελική διευθέτηση. Ο Ουκρανός πρόεδρος προωθεί σχέδιο με το οποίο επιδιώκει να πείσει τους συμμάχους του για διαρκή αντεπίθεση έναντι της Ρωσίας αναγκάζοντάς την σε συνθηκολόγηση. Φυσικά, οι σύμμαχοι αναγνωρίζουν την ύπαρξη ορίων ως προς την προμήθεια και τη χρήση δυτικού εξοπλισμού.
*Πολιτικός επιστήμων