Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) παρουσιάζει σημάδια κόπωσης τόσο ως προς τη λειτουργία της όσο και ως προς την αρχική της στοχοθεσία. Η απουσία κρατικής δομής προκαλεί ηγεμονικές τάσεις εκ μέρους ορισμένων κρατών – μελών, ενώ, η ανύπαρκτη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ένωσης εντατικοποιεί τους συσχετισμούς ισχύος. Παράλληλα, κάθε κράτος – μέλος έχει τη δική του ατζέντα τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική με αποτέλεσμα τόσο οι σχέσεις της άνισης ισχύος, επιβολής και επιρροής μεταξύ «Βόρειων και Νότιων» όσο και η διάσταση μεταξύ των κοινωνιών και του πολιτικού προσωπικού της ΕΕ συνιστούν στην αδυναμία σχεδιασμού κοινών πολιτικών. Με άλλα λόγια, οι διακρατικές σχέσεις δεν ενσωματώνονται στο πολιτικό σύστημα της ΕΕ, αλλά υπερβαίνουν το κοινοτικό κεκτημένο και διαμορφώνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές.
Η μεγάλη συζήτηση των προηγούμενων δεκαετιών ως προς την διεύρυνση ή την εμβάθυνση της ΕΕ φαίνεται ότι βρίσκει την εφαρμογή της και στις δυο διαστάσεις. Η ΕΕ απαριθμεί 27 κράτη – μέλη με την πέμπτη διεύρυνση του 2004 να σηματοδοτεί τον μεγαλύτερο αριθμό κρατών, τα οποία προσχώρησαν ταυτόχρονα στην Ένωση· ανάμεσά τους και η Κύπρος. Το ζήτημα, ωστόσο, της εμβάθυνσης της ΕΕ προσεγγίζεται με μια εξουσιαστικού τύπου αντίληψη, καθότι το διακύβευμα για το πολιτικό προσωπικό της Ένωσης είναι η περαιτέρω συσσώρευση των εξουσιών στα κέντρα λήψεως των αποφάσεων. Αυτό συνιστά και το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ΕΕ και αυτή η κουλτούρα είναι που την οδηγεί στο σημερινό αδιέξοδο. Σήμερα, η ΕΕ δεν διαθέτει κοινή εξωτερική πολιτική ούτε ψήγματα ομοφωνίας λ.χ. για το μεταναστευτικό ή για τους δυο εν εξελίξει πολέμους τη στιγμή που ο ένας εκτυλίσσεται στην αυλή της.
Το ερώτημα, επομένως, το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι ποια θα ήταν η πολιτική εξέλιξη της ΕΕ εάν η αντίληψη για την εμβάθυνση δεν αντανακλούσε στη διαχείριση των εξουσιαστικών συσχετισμών, αλλά, στη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Η πολιτική και η οικονομική οπισθοδρόμηση της ΕΕ οφείλεται στο υφιστάμενο καθεστώς περιθωριοποίησης των κοινωνιών της. Αυτή η περιθωριοποίηση ήταν που ανέστειλε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και συνοχή. Η επαναφορά της ΕΕ ως ένας αξιόπιστος δρων και ως μια ρυθμιστική δύναμη, η οποία θα συνδιαμορφώνει τις διακρατικές, οικονομικές και άλλες σχέσεις στο διεθνές περιβάλλον μπορεί να συμβεί μόνο με την θεσμοθέτηση της κοινωνίας σε ένα διαρκές, πολιτικό σώμα, το οποίο θα εκφέρει άποψη, δεσμευτική για το πολιτικό προσωπικό της Ένωσης με υπόβαθρο τη λογοδοσία των Βρυξελλών και την ανάληψη των πολιτικών ευθυνών όταν χρειάζεται.
Υπενθυμίζεται ότι η εξέλιξη του ευρωπαϊκού ιδεώδους διατυπωνόταν εν τη γενέσει του βάσει των Συνθηκών. Τόσο η απόρριψη του «ευρωσυντάγματος» το 2005 όσο και το πέρας 17 ολόκληρων ετών από την υπογραφή της τελευταίας Συνθήκης για την ΕΕ συνέβησαν, διότι, το πλαίσιο για τη λειτουργία της Ένωσης διαμορφώθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψιν η γνώμη των κοινωνιών. Με άλλα λόγια, ο τρόπος λειτουργίας της ΕΕ είναι ασύγχρονος με τη πολιτική βούληση των κοινωνιών, γι’ αυτό και η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση και στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων αποτελεί τη μόνη διέξοδο και την επιβίωση της Ευρώπης. Είναι, άλλωστε, παράδοξο τη στιγμή που άλλες δυνάμεις διεκδικούν μια ηγεμονική θέση στο παγκόσμιο στερέωμα, όπως η Κίνα ή δυνάμεις, οι οποίες αποπειρώνται την επιβολή τους, όπως η Ρωσία, η ΕΕ να εμφανίζεται μικρότερη από την ιστορία της.
*Πολιτικός Επιστήμων