Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ εναντίον του Ιράν ή όχι, αλλά ποιο ακριβώς πρόβλημα επιχειρείται να λυθεί με μια στρατιωτική επίθεση, με ποιο κόστος και, κυρίως, ποιες απρόβλεπτες συνέπειες μπορεί να ακολουθήσουν σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.
Η στρατιωτική ισχύς είναι εργαλείο. Δεν είναι στρατηγική. Όταν η χρήση βίας υποκαθιστά τη σαφήνεια πολιτικού σκοπού, δημιουργεί την ψευδαίσθηση αποφασιστικότητας, ενώ ταυτόχρονα συσσωρεύει πιθανή στρατηγική αποτυχία. Το πρώτο ερώτημα, συνεπώς, πρέπει να είναι απλό και ρητό: ποιος είναι ο στόχος των ΗΠΑ και του Ισραήλ; Ο τερματισμός των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν; Η αποκατάσταση αξιόπιστης αποτροπής; Ο περιορισμός των βαλλιστικών του πυραύλων; Η αλλαγή της περιφερειακής του συμπεριφοράς; Η διακοπή στήριξης προς μη κρατικούς δρώντες; Η αλλαγή καθεστώτος; Ή όλα τα παραπάνω; Η ιστορία είναι σαφής: πόλεμοι που ξεκινούν χωρίς καθορισμένο τελικό πολιτικό τελικό στάδιο, σπάνια καταλήγουν ευνοϊκά.
Η παρούσα κρίση χαρακτηρίζεται, μέχρι στιγμής, περισσότερο από έντονη και εσκεμμένη μεταφορά μηνυμάτων παρά από μια ανοιχτή σύγκρουση. Μια σημαντική αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη συνοδεύεται από δημόσιες προειδοποιήσεις και παράλληλες αναφορές σε πιθανή συμφωνία με την Τεχεράνη. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν έχει εμπλακεί σε έμμεσες συνομιλίες, επιμένοντας ότι οποιαδήποτε εμπλοκή θα πρέπει να διεξάγεται με ισότιμους όρους και να περιοριστεί στο στενό πυρηνικό ζήτημα, αποκλείοντας τις ευρύτερες ανησυχίες ασφαλείας που προβάλλει η Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη συνεχίζει στρατιωτικές ασκήσεις και προειδοποιήσεις περί αντιποίνων και κλιμάκωσης.
Πρόσφατα επεισόδια, όπως η κατάρριψη ιρανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους από τις ΗΠΑ κοντά σε ομάδα αεροπλανοφόρου, καταδεικνύουν πόσο στενά έχουν πλέον διαπλεχθεί η στρατιωτική σηματοδότηση και ο έλεγχος της κλιμάκωσης. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο με την αποστολή επιπλέον αεροπλανοφόρου επιβεβαιώνει ότι η στρατιωτική διάταξη παραμένει μέρος της διαπραγματευτικής εξίσωσης.
Καταναγκαστική διπλωματία
Η Ουάσιγκτον εφαρμόζει κλασική καταναγκαστική διπλωματία: πίεση με στόχο την απόσπαση παραχωρήσεων χωρίς προσφυγή σε πόλεμο. Όπως παρατηρεί ο Σουν Τσου, «η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάσσεις τον αντίπαλο χωρίς μάχη.» Ο πραγματικός κίνδυνος, ωστόσο, δεν έγκειται στη σηματοδότηση αυτή καθαυτή, αλλά στον λανθασμένο υπολογισμό: στη λανθασμένη ανάγνωση προθέσεων του αντιπάλου, στην υπερεκτίμηση ελέγχου των εξελίξεων ή στην υποτίμηση της κλιμάκωσης.
Η στάση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, που δημοσιοποιήθηκε από τη διακυβέρνηση Τραμπ τον Νοέμβριο του 2025. Τα διδάγματα από το Βιετνάμ, την Λιβύη, το Ιράκ και το Αφγανιστάν είναι σκληρά και σαφή. Η Στρατηγική αυτή απομακρύνεται από την παλαιότερη λογική περί αλλαγής καθεστώτων ως δηλωμένο στόχο, δίνοντας προτεραιότητα στη σταθερότητα και την αυτοσυγκράτηση έναντι της επιβολής πολιτικών μετασχηματισμών από το εξωτερικό.
Παρατεταμένοι πόλεμοι, μεγάλης κλίμακας, κατοχές και «οικοδόμηση κρατών» δεν θεωρούνται πλέον βιώσιμα εργαλεία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αντ’ αυτών, δίνεται έμφαση σε κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση, υβριδικά μέσα και οικονομική πίεση, όλα υποστηριζόμενα από αξιόπιστες στρατιωτικές απειλές. Η χρήση βίας δεν έχει αφαιρεθεί από το τραπέζι, αλλά δεν θεωρείται πλέον η προεπιλεγμένη επιλογή. Κάθε ενδεχόμενη επέμβαση οφείλει να διαθέτει σαφή στρατηγικό στόχο, αναλογικά μέσα και αξιόπιστο πολιτικό τελικό στάδιο.
Όλη η πολιτική είναι τοπική
Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί στο κενό. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο αείμνηστος Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Τιπ Ο’Νιλ, «όλη η πολιτική είναι τοπική» (all politics is local). Η διαπίστωση αυτή ισχύει ακόμη και σε στιγμές διεθνούς κρίσης. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο, οι εσωτερικοί πολιτικοί υπολογισμοί επηρεάζουν αναπόφευκτα τη λήψη αποφάσεων του Προέδρου Τραμπ. Οι ψηφοφόροι έχουν κουραστεί από μακρινούς πολέμους με ασαφή σκοπό. Οι αγορές αντιδρούν έντονα στην αστάθεια. Οι τιμές ενέργειας, η εμπιστοσύνη των επενδυτών και το οικονομικό κλίμα έχουν την σημασία τους. Η επίδειξη ισχύος λειτουργεί καλύτερα στην εσωτερική πολιτική από ότι οι ανοιχτές, ατέρμονες συγκρούσεις. Αυτό εξηγεί και την ένταση μεταξύ ρητορικής και αυτοσυγκράτησης που χαρακτηρίζει τη σημερινή συγκυρία.
Το περιφερειακό παράδοξο
Η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ–ΗΠΑ δεν είναι συγκυριακή αλλά συστημική. Εντάσσεται σε μια βαθύτερη προσπάθεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ για αναδιοργάνωση της Μέσης Ανατολής, όπου τα παλαιά διπλωματικά σχήματα και καθεστώτα διαβρώνονται και ο καταναγκασμός τείνει να υποκαθιστά τη διπλωματία.
Οι περιφερειακοί δρώντες αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα που σπάνια αναγνωρίζεται δημόσια. Πολλοί επιθυμούν ένα Ιράν περιορισμένο και αποτρεπτικά ελεγχόμενο. Ορισμένοι μιλούν και για αλλαγή καθεστώτος. Λίγοι, όμως, θέλουν ένα Ιράν διαλυμένο. Η στάση της Σαουδικής Αραβίας αντανακλά αυτή την ένταση: δημόσιες εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση συνυπάρχουν με ιδιωτικές προειδοποιήσεις προς Ουάσιγκτον, ότι η αδράνεια μπορεί να ενθαρρύνει την Τεχεράνη. Η στάση του Ισραήλ είναι εξίσου πολυεπίπεδη. Οι βασικοί του στόχοι παραμένουν αμετάβλητοι, αλλά η τρέχουσα αυτοσυγκράτηση αντανακλά τακτική κρίση και όχι στρατηγική υποχώρηση. Ο χρόνος και το ρίσκο έχουν σημασία.
Ταυτόχρονα, η περιφερειακή διπλωματία βρίσκεται επίσης σε κίνηση. Το Ομάν φιλοξένησε έναν πρώτο γύρο έμμεσων συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν στις 6 Φεβρουαρίου 2026 – μια μετατόπιση από την Κωνσταντινούπολη στην οποία επέμεινε η Τεχεράνη, μετά από προηγούμενες προσπάθειες διευκόλυνσης από την Τουρκία, το Κατάρ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και άλλους. Ουάσιγκτον και Τεχεράνη δήλωσαν πρόθεση συνέχισης της εμπλοκής. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν συνομιλίες για ένα αποκλειστικά πυρηνικό πλαίσιο. Αντιθέτως, η βασική θέση του Ιράν για κατοχή των βαλλιστικών του πυραύλων, η περιφερειακή πολιτική συμπεριφορά του και η στήριξη του προς μη κρατικούς δρώντες, παραμένουν άλυτα. Η ανακοίνωση των ΗΠΑ για επιβολή νέων κυρώσεων λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, υπογραμμίζουν τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον. Ο διάλογος συνεχίζεται και αυτό είναι ενθαρρυντικό. Ωστόσο οι κίνδυνοι για ανάφλεξη παραμένουν.
Το παράδοξο είναι απλό: Ένα θριαμβεύον Ιράν είναι επικίνδυνο. Ένα χαοτικό Ιράν μπορεί να είναι χειρότερο. Ο κατακερματισμός, η κλιμάκωση μέσω εργαλειακών αντιπροσώπων και τα ανεξέλεγκτα αντίποινα, θα έθεταν την περιοχή σε ένα καθεστώς μόνιμης πολιτικής αστάθειας. Η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα – όχι η νίκη – παραμένουν η άρρητη περιφερειακή απαίτηση.
Οι πρόσφατες διαβουλεύσεις (11 Φεβρουάριου 2026) στον Λευκό Οίκο μεταξύ του Προέδρου Τραμπ και του Πρωθυπουργού Νετανιάχου καταδεικνύουν ότι, παρά τις εμφανείς διαφορές τακτικής, η στρατηγική συνεννόηση παραμένει ενεργή.
Η ήσυχη ανησυχία της ΕΕ
Η ΕΕ παρακολουθεί την κρίση με ιδιαίτερη ανησυχία – και η Κύπρος το αισθάνεται άμεσα. Μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση με το Ιράν θα είχε άμεσες επιπτώσεις: ενεργειακές, εμπορικές και χρηματοπιστωτικές αναταράξεις, μεταναστευτικές ροές και αναζωπύρωση αστάθειας στη Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Σε μια περίοδο που η ΕΕ είναι ήδη επιβαρυμένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ανάγκες αμυντικού εξοπλισμού, μια νέα σύγκρουση δεν θα ήταν σε μακρινό θέατρο. Θα γινόταν άμεσα αισθητή. Αυτό εξηγεί την έμφαση της Ευρώπης στην αποκλιμάκωση και τη διπλωματία. Δεν πρόκειται για αφέλεια, αλλά για ευαλωτότητα και στρατηγική σύνεση.
Ρωσία, Κίνα και πυρηνικά
Η αυξανόμενη συντονισμένη δράση Ιράν, Ρωσίας και Κίνας προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο πολυπλοκότητας. Οι προγραμματισμένες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις των εν λόγω κρατών και τα πολιτικά μηνύματα που εκπέμπουν δεν συνιστούν τυπική συμμαχία. Η Μόσχα και το Πεκίνο δεν θα πολεμούσαν για λογαριασμό της Τεχεράνης, αλλά επωφελούνται από τη δυτική στρατηγική υπερφόρτωση.
Η κλιμάκωση σκληραίνει τους στρατιωτικούς συνασπισμούς και επιταχύνει τον κατακερματισμό ενός ήδη καταπονημένου διεθνούς συστήματος. Μια ευρύτερη σύγκρουση θα εξυπηρετούσε συμφέροντα πολύ πέραν της περιοχής. Η λήξη, στις 5 Φεβρουαρίου 2026, της Συνθήκης New START μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για τον περιορισμό των πυρηνικών εξοπλισμών υπογραμμίζει πόσο εύθραυστοι έχουν γίνει οι θεσμικοί περιορισμοί στον τομέα του περιορισμού των πυρηνικών όπλων.
Το αποτρεπτικό δίδαγμα που αντλούν πολλοί είναι ωμό. Το Ιράν χτυπήθηκε κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου πολέμου τον περασμένο Ιούνιο ακριβώς επειδή δεν διέθετε ακόμη πυρηνικά όπλα. Για πολλούς, αυτό ενισχύει ένα επικίνδυνο αλλά ορθολογικό συμπέρασμα: ότι η πυρηνική ικανότητα αποτελεί τον ύστατο εγγυητή αποτροπής. Το δίδαγμα αυτό διαχέεται – και μαζί του διαχέεται και η λογική της διάδοσης των πυρηνικών όπλων.
Το αναπάντητο ερώτημα
Το πιο επίμονα αναπάντητο ερώτημα αφορά την επόμενη μέρα μετά από μια επίθεση στο Ιράν. Τι ακολουθεί; Τι αντικαθιστά την υφιστάμενη τάξη αν αυτή καταρρεύσει; Η αλλαγή καθεστώτος είναι σύνθημα, όχι ολοκληρωμένη στρατηγική. Η πυρηνική γνώση δεν βομβαρδίζεται. Τα δίκτυα πληρεξουσίων δεν εξαφανίζονται με την καταστροφή κέντρων διοίκησης. Η διάλυση δημιουργεί κενά που, όπως δείχνει η ιστορία, γεμίζουν γρήγορα.
Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι μόνο η κλιμάκωση, αλλά οι συνέπειες χωρίς ανάληψη ευθύνης. Όταν το πολιτικό τελικό στάδιο είναι ασαφές, η χρήση βίας κινδυνεύει να μετατραπεί σε επίδειξη ισχύος και όχι σε εργαλείο στρατηγικής. Στη διπλωματία, σπάνια υπάρχει τελεία. Υπάρχουν παύσεις, επαναπροσδιορισμοί και η διαρκής ανάγκη διαμόρφωσης μιας συμφωνίας που και οι δύο πλευρές μπορούν να «κατέχουν» – η μόνη που μπορεί να αντέξει στον χρόνο.
*Πρέσβης (επί τιμή) – Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας