Η ένταση με την οποία αντιδρά η Άγκυρα στην αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ δεν αποτελεί συγκυριακή έξαρση. Είναι μεθοδική, πολυεπίπεδη και απολύτως ενταγμένη σε μια στρατηγική που συνδυάζει εσωτερική κατανάλωση, γεωπολιτικό άγχος και επιθετική διπλωματία.

Πρώτον, λειτουργεί ως αντιπερισπασμός. Σε μια περίοδο όπου η Άγκυρα επιταχύνει ένα ήδη διογκωμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα (που περιλαμβάνει και την κατεχόμενη Κύπρο) η ένταση στο εξωτερικό αποσπά την προσοχή από το πραγματικό κόστος -οικονομικό και πολιτικό. Η εξωτερική απειλή είναι πάντοτε χρήσιμη όταν η εσωτερική ισορροπία σε αυταρχικά καθεστώτα δοκιμάζεται.

Δεύτερον, επιχειρεί να αναπληρώσει ρωγμές στην εικόνα ισχύος. Η αποτροπή δεν είναι μόνο θέμα οπλικών συστημάτων, αλλά και αντίληψης. Και όταν αυτή η αντίληψη κλονίζεται, η ρητορική ανεβαίνει. Η υπερβολή γίνεται εργαλείο κάλυψης. Η Τουρκία κατά πάγια τακτική υπέρ προβάλλει την ισχύ της, σκληρή και μαλακή.

Τρίτον, στοχεύει ευθέως στην ψυχολογία του αντιπάλου. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι σε Ελλάδα και Κύπρο υπάρχουν δυνάμεις επιφυλακτικές ή αρνητικές απέναντι σε μια στενή σύμπλευση με το Ισραήλ. Η όξυνση, οι απειλές και η δραματοποίηση δεν απευθύνονται μόνο προς τα έξω -απευθύνονται και προς τα μέσα των άλλων.

Τέταρτον, επιδιώκει να κινητοποιήσει αντανακλαστικά στην Ε.Ε.. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η Ευρώπη αντιδρά συχνά όχι στην παραβίαση, αλλά στον κίνδυνο αποσταθεροποίησης. Η Τουρκία επενδύει ακριβώς σε αυτό: να καταστήσει την ένταση πρόβλημα των άλλων.

Πέμπτον, πίσω από την επιθετικότητα υποκρύπτεται ένα σαφές στρατηγικό άγχος. Η Άγκυρα βλέπει να διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο ένα πλέγμα συνεργασιών στο οποίο δεν είναι κεντρικός παίκτης. Και αυτό, για μια δύναμη που έχει μάθει να διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή, ισοδυναμεί με απώλεια επιρροής.

Η ρητορική της, λοιπόν, όσο κι αν έχει χαρακτήρα παροξυσμού, περιέχει και πολλαπλά μηνύματα, απευθύνεται δε ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις: προς το εσωτερικό της, προς τους αντιπάλους, αλλά και προς τους διστακτικούς συμμάχους της Δύσης.

Το ερώτημα δεν είναι γιατί ωρύεται η Τουρκία.

Το ερώτημα δεν είναι αν οι άλλοι ακούν μόνο τον θόρυβο -ή κατανοούν το σήμα.

Το κρίσιμο ερώτημα για εμάς είναι άλλο: αντιλαμβανόμαστε πράγματι τον κίνδυνο -και αν ναι, τον ιεραρχούμε ως τέτοιον; Διότι η κατανόηση που δεν μεταφράζεται σε βούληση και πράξη, δεν είναι κατανόηση· είναι απλή διαπίστωση.

Και ακόμη περισσότερο: με ποια μέσα τον αντιμετωπίζουμε; Αρκεί μια διαρκώς απολογητική ρητορική εκ μέρους του ΥΠΕΞ, όταν απέναντι αναπτύσσεται μια επιθετική, πολυεπίπεδη στρατηγική;

Η ελληνική πλευρά δείχνει να υποτιμά ότι στη σύγχρονη γεωπολιτική η άμυνα δεν είναι μόνο αντίδραση, αλλά και διαμόρφωση πεδίου. Ότι στο οπλοστάσιο μιας χώρας δεν ανήκουν μόνο οι θέσεις αρχής, αλλά και η ικανότητα επιβολής ατζέντας, η ενεργητική διπλωματία, η συστηματική αξιοποίηση συμμαχιών και η στοχευμένη άσκηση πίεσης.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία: στη σύγχρονη γεωπολιτική, το δίκαιο χωρίς ισχύ και χωρίς βούληση επιβολής δεν αρκεί. Δεν αποτρέπει. Δεν διαμορφώνει. Απλώς καταγράφεται.

Η Ελλάδα οφείλει -τουλάχιστον- να αντιτάξει μεθόδους αντίστοιχες της έντασης που δέχεται: ενεργητική διπλωματία, επιθετική προβολή θέσεων, αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου μοχλού πίεσης, συγκρότηση πραγματικών συμμαχιών με όρους ισχύος και όχι ευχών. (Το τελευταίο είναι βέβαιο ότι το κάνουμε. Δεν αρκεί. Πρέπει όλα να συντρέχουν)

Οτιδήποτε λιγότερο δεν είναι ρεαλισμός. Είναι αυταπάτη.

Δεν πρόκειται για μίμηση, αλλά για ισορροπία. Διότι όταν ο ένας παίκτης κινείται επιθετικά σε όλα τα επίπεδα και ο άλλος απαντά μόνο αμυντικά, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.